Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
πίνω means to drink. The passive πίνομαι usually describes a drink being consumed or being drinkable.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πίνω | πίνομαι |
| εσύ — you | πίνεις | πίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πίνει | πίνεται |
| εμείς — we | πίνουμε, πίνομε | πινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | πίνετε | πίνεστε, πινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πίνουν(ε) | πίνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έπινα | πινόμουν(α) |
| εσύ — you | έπινες | πινόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έπινε | πινόταν(ε) |
| εμείς — we | πίναμε | πινόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | πίνατε | πινόσαστε, πινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έπιναν, πίναν(ε) | πίνονταν, πινόντανε, πινόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ήπια | — |
| εσύ — you | ήπιες | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ήπιε | — |
| εμείς — we | ήπιαμε | — |
| εσείς — you (plural / polite) | ήπιατε | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ήπιαν(ε) | — |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω πιει | — |
| εσύ — you | έχεις πιει | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει πιει | — |
| εμείς — we | έχουμε πιει | — |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε πιει | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν πιει | — |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα πιει | — |
| εσύ — you | είχες πιει | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε πιει | — |
| εμείς — we | είχαμε πιει | — |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε πιει | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν πιει | — |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πίνω | θα πίνομαι |
| εσύ — you | θα πίνεις | θα πίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πίνει | θα πίνεται |
| εμείς — we | θα πίνουμε, θα πίνομε | θα πινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πίνετε | θα πίνεστε, θα πινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πίνουν(ε) | θα πίνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πιω | — |
| εσύ — you | θα πιεις | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πιει | — |
| εμείς — we | θα πιούμε | — |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πιείτε | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πιουν(ε) | — |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω πιει | — |
| εσύ — you | θα έχεις πιει | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει πιει | — |
| εμείς — we | θα έχουμε πιει | — |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε πιει | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν πιει | — |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πίνω | να πίνομαι |
| εσύ — you | να πίνεις | να πίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πίνει | να πίνεται |
| εμείς — we | να πίνουμε, να πίνομε | να πινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πίνετε | να πίνεστε, να πινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πίνουν(ε) | να πίνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πιω | — |
| εσύ — you | να πιεις | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πιει | — |
| εμείς — we | να πιούμε | — |
| εσείς — you (plural / polite) | να πιείτε | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πιουν(ε) | — |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω πιει | — |
| εσύ — you | να έχεις πιει | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει πιει | — |
| εμείς — we | να έχουμε πιει | — |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε πιει | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν πιει | — |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πίνε / πίνετε.
Simple: πιες (εσύ); πιείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The irregular perfective series is ήπια, θα πιω, έχω πιει. πιωμένος usually describes someone who has been drinking or is drunk.
- The passive is shown with the present stem only; perfective passive cells remain blank.
Πίνω νερό.
I drink water.
Αυτό το νερό δεν πίνεται.
This water is not drinkable.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πίνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/pino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.