κοιμάμαι (koimamai) — to sleep

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κοιμάμαι — to sleep.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κοιμάμαι, κοιμούμαι
εσύ — you κοιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοιμάται
εμείς — we κοιμόμαστε, κοιμούμαστε
εσείς — you (plural / polite) κοιμάστε, κοιμόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοιμούνται, κοιμόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κοιμόμουν(α)
εσύ — you κοιμόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοιμόταν(ε)
εμείς — we κοιμόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κοιμόσαστε, κοιμόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοιμόνταν(ε), κοιμούνταν, κοιμόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κοιμήθηκα
εσύ — you κοιμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοιμήθηκε
εμείς — we κοιμηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κοιμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοιμήθηκαν, κοιμηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω κοιμηθεί
εσύ — you έχεις κοιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κοιμηθεί
εμείς — we έχουμε κοιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κοιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κοιμηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα κοιμηθεί
εσύ — you είχες κοιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κοιμηθεί
εμείς — we είχαμε κοιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κοιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κοιμηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κοιμάμαι, θα κοιμούμαι
εσύ — you θα κοιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κοιμάται
εμείς — we θα κοιμόμαστε, θα κοιμούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κοιμάστε, θα κοιμόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κοιμούνται, θα κοιμόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κοιμηθώ
εσύ — you θα κοιμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κοιμηθεί
εμείς — we θα κοιμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κοιμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κοιμηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω κοιμηθεί
εσύ — you θα έχεις κοιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κοιμηθεί
εμείς — we θα έχουμε κοιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κοιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κοιμηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κοιμάμαι, να κοιμούμαι
εσύ — you να κοιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κοιμάται
εμείς — we να κοιμόμαστε, να κοιμούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κοιμάστε, να κοιμόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κοιμούνται, να κοιμόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κοιμηθώ
εσύ — you να κοιμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κοιμηθεί
εμείς — we να κοιμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κοιμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κοιμηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω κοιμηθεί
εσύ — you να έχεις κοιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κοιμηθεί
εμείς — we να έχουμε κοιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κοιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κοιμηθεί

Imperative · Προστακτική

—

Simple: κοιμήσου (εσύ); κοιμηθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κοιμάμαι / κοιμούμαι has middle endings but an active meaning. Κοιμισμένος describes being asleep; έχω κοιμηθεί refers to having slept.

Κοιμήθηκα οκτώ ώρες.

I slept for eight hours.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κοιμάμαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/koimamai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /koimamai/