κόβομαι (kobomai) — to get cut; to be cut

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κόβομαι — to get cut; to be cut.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κόβω κόβομαι
εσύ — you κόβεις κόβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κόβει κόβεται
εμείς — we κόβουμε, κόβομε κοβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κόβετε κόβεστε, κοβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κόβουν(ε) κόβονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκοβα κοβόμουν(α)
εσύ — you έκοβες κοβόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκοβε κοβόταν(ε)
εμείς — we κόβαμε κοβόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κόβατε κοβόσαστε, κοβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκοβαν, κόβαν(ε) κόβονταν, κοβόντανε, κοβόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκοψα κόπηκα
εσύ — you έκοψες κόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκοψε κόπηκε
εμείς — we κόψαμε κοπήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κόψατε κοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκοψαν, κόψαν(ε) κόπηκαν, κοπήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κόψει έχω κοπεί
εσύ — you έχεις κόψει έχεις κοπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κόψει έχει κοπεί
εμείς — we έχουμε κόψει έχουμε κοπεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κόψει έχετε κοπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κόψει έχουν κοπεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κόψει είχα κοπεί
εσύ — you είχες κόψει είχες κοπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κόψει είχε κοπεί
εμείς — we είχαμε κόψει είχαμε κοπεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κόψει είχατε κοπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κόψει είχαν κοπεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κόβω θα κόβομαι
εσύ — you θα κόβεις θα κόβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κόβει θα κόβεται
εμείς — we θα κόβουμε, θα κόβομε θα κοβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κόβετε θα κόβεστε, θα κοβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κόβουν(ε) θα κόβονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κόψω θα κοπώ
εσύ — you θα κόψεις θα κοπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κόψει θα κοπεί
εμείς — we θα κόψουμε, θα κόψομε θα κοπούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κόψετε θα κοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κόψουν(ε) θα κοπούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κόψει θα έχω κοπεί
εσύ — you θα έχεις κόψει θα έχεις κοπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κόψει θα έχει κοπεί
εμείς — we θα έχουμε κόψει θα έχουμε κοπεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κόψει θα έχετε κοπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κόψει θα έχουν κοπεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κόβω να κόβομαι
εσύ — you να κόβεις να κόβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κόβει να κόβεται
εμείς — we να κόβουμε, να κόβομε να κοβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κόβετε να κόβεστε, να κοβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κόβουν(ε) να κόβονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κόψω να κοπώ
εσύ — you να κόψεις να κοπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κόψει να κοπεί
εμείς — we να κόψουμε, να κόψομε να κοπούμε
εσείς — you (plural / polite) να κόψετε να κοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κόψουν(ε) να κοπούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κόψει να έχω κοπεί
εσύ — you να έχεις κόψει να έχεις κοπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κόψει να έχει κοπεί
εμείς — we να έχουμε κόψει να έχουμε κοπεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κόψει να έχετε κοπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κόψει να έχουν κοπεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κόβε κόβετε — —
Simple κόψε κόψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κόβομαι can describe getting cut accidentally, something being cut or interrupted, or failing an exam. The active column shows κόβω.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η σύνδεση κόπηκε.

The connection was cut off.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κόβω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kobomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kobomai/