Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διευρύνω — to widen

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διευρύνω means to widen, broaden or expand, literally or figuratively. The passive διευρύνομαι means to be widened or to expand.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διευρύνω διευρύνομαι
εσύ — you διευρύνεις διευρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διευρύνει διευρύνεται
εμείς — we διευρύνουμε, διευρύνομε διευρυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διευρύνετε διευρύνεστε, διευρυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διευρύνουν(ε) διευρύνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διεύρυνα διευρυνόμουν(α)
εσύ — you διεύρυνες διευρυνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διεύρυνε διευρυνόταν(ε)
εμείς — we διευρύναμε διευρυνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διευρύνατε διευρυνόσαστε, διευρυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διεύρυναν, διευρύναν(ε) διευρύνονταν, διευρυνόντανε, διευρυνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διεύρυνα διευρύνθηκα
εσύ — you διεύρυνες διευρύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διεύρυνε διευρύνθηκε
εμείς — we διευρύναμε διευρυνθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διευρύνατε διευρυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διεύρυναν, διευρύναν(ε) διευρύνθηκαν, διευρυνθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διευρύνει έχω διευρυνθεί
εσύ — you έχεις διευρύνει έχεις διευρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διευρύνει έχει διευρυνθεί
εμείς — we έχουμε διευρύνει έχουμε διευρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διευρύνει έχετε διευρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διευρύνει έχουν διευρυνθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διευρύνει είχα διευρυνθεί
εσύ — you είχες διευρύνει είχες διευρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διευρύνει είχε διευρυνθεί
εμείς — we είχαμε διευρύνει είχαμε διευρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διευρύνει είχατε διευρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διευρύνει είχαν διευρυνθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διευρύνω θα διευρύνομαι
εσύ — you θα διευρύνεις θα διευρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διευρύνει θα διευρύνεται
εμείς — we θα διευρύνουμε, θα διευρύνομε θα διευρυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διευρύνετε θα διευρύνεστε, θα διευρυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διευρύνουν(ε) θα διευρύνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διευρύνω θα διευρυνθώ
εσύ — you θα διευρύνεις θα διευρυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διευρύνει θα διευρυνθεί
εμείς — we θα διευρύνουμε, θα διευρύνομε θα διευρυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διευρύνετε θα διευρυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διευρύνουν(ε) θα διευρυνθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διευρύνει θα έχω διευρυνθεί
εσύ — you θα έχεις διευρύνει θα έχεις διευρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διευρύνει θα έχει διευρυνθεί
εμείς — we θα έχουμε διευρύνει θα έχουμε διευρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διευρύνει θα έχετε διευρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διευρύνει θα έχουν διευρυνθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διευρύνω να διευρύνομαι
εσύ — you να διευρύνεις να διευρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διευρύνει να διευρύνεται
εμείς — we να διευρύνουμε, να διευρύνομε να διευρυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διευρύνετε να διευρύνεστε, να διευρυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διευρύνουν(ε) να διευρύνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διευρύνω να διευρυνθώ
εσύ — you να διευρύνεις να διευρυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διευρύνει να διευρυνθεί
εμείς — we να διευρύνουμε, να διευρύνομε να διευρυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διευρύνετε να διευρυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διευρύνουν(ε) να διευρυνθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διευρύνει να έχω διευρυνθεί
εσύ — you να έχεις διευρύνει να έχεις διευρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διευρύνει να έχει διευρυνθεί
εμείς — we να έχουμε διευρύνει να έχουμε διευρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διευρύνει να έχετε διευρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διευρύνει να έχουν διευρυνθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διεύρυνε διευρύνετε — —
Simple διεύρυνε διευρύνετε — διευρυνθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Active forms are identical across the two aspects in several groups: διεύρυνα can be imperfect or simple past, and θα διευρύνω can be continuous or simple future. Context supplies the distinction.
  • διευρυμένος, -η, -ο describes an expanded state. Personal passive commands are unusual and require a suitable context.

Το διάβασμα διευρύνει τους ορίζοντές μας.

Reading broadens our horizons.

Η συνεργασία διευρύνθηκε.

The cooperation expanded.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διευρύνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dieurino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /dieurino/