Ksino39

Ksino39

ΞΥΝΩ
I scratch
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ξύνω ξύνουμε, ξύνομε ξύνομαι ξυνόμαστε
ξύνεις ξύνετε ξύνεσαι ξύνεστε, ξυνόσαστε
ξύνει ξύνουν(ε) ξύνεται ξύνονται
Imper
fect
έξυνα ξύναμε ξυνόμουν(α) ξυνόμαστε, ξυνόμασταν
έξυνες ξύνατε ξυνόσουν(α) ξυνόσαστε, ξυνόσασταν
έξυνε έξυναν, ξύναν(ε) ξυνόταν(ε) ξύνονταν, ξυνόντανε, ξυνόντουσαν
Aorist έξυσα ξύσαμε ξύστηκα ξυστήκαμε
έξυσες ξύσατε ξύστηκες ξυστήκατε
έξυσε έξυσαν, ξύσαν(ε) ξύστηκε ξύστηκαν, ξυστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ξύσει
έχω ξυσμένο
έχουμε ξύσει
έχουμε ξυσμένο
έχω ξυστεί
είμαι ξυσμένος, -η
έχουμε ξυστεί
είμαστε ξυσμένοι, -ες
έχεις ξύσει
έχεις ξυσμένο
έχετε ξύσει
έχετε ξυσμένο
έχεις ξυστεί
είσαι ξυσμένος, -η
έχετε ξυστεί
είστε ξυσμένοι, -ες
έχει ξύσει
έχει ξυσμένο
έχουν ξύσει
έχουν ξυσμένο
έχει ξυστεί
είναι ξυσμένος, -η, -ο
έχουν ξυστεί
είναι ξυσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ξύσει
είχα ξυσμένο
είχαμε ξύσει
είχαμε ξυσμένο
είχα ξυστεί
ήμουν ξυσμένος, -η
είχαμε ξυστεί
ήμαστε ξυσμένοι, -ες
είχες ξύσει
είχες ξυσμένο
είχατε ξύσει
είχατε ξυσμένο
είχες ξυστεί
ήσουν ξυσμένος, -η
είχατε ξυστεί
ήσαστε ξυσμένοι, -ες
είχε ξύσει
είχε ξυσμένο
είχαν ξύσει
είχαν ξυσμένο
είχε ξυστεί
ήταν ξυσμένος, -η, -ο
είχαν ξυστεί
ήταν ξυσμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα ξύνω θα ξύνουμε θα ξύνομαι θα ξυνόμαστε
θα ξύνεις θα ξύνετε θα ξύνεσαι θα ξύνεστε, θα ξυνόσαστε
θα ξύνει θα ξύνουν θα ξύνεται θα ξύνονται
Simp
Fut
θα ξύσω θα ξύσουμε θα ξυστώ θα ξυστούμε
θα ξύσεις θα ξύσετε θα ξυστείς θα ξυστείτε
θα ξύσει θα ξύσουν θα ξυστεί θα ξυστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ξύσει
θα έχω ξυσμένο
θα έχουμε ξύσει
θα έχουμε ξυσμένο
θα έχω ξυστεί
θα είμαι ξυσμένος, -η
θα έχουμε ξυστεί
θα είμαστε ξυσμένοι, -ες
θα έχεις ξύσει
θα έχεις ξυσμένο
θα έχετε ξύσει
θα έχετε ξυσμένο
θα έχεις ξυστεί
θα είσαι ξυσμένος, -η
θα έχετε ξυστεί
θα είστε ξυσμένοι, -ες
θα έχει ξύσει
θα έχει ξυσμένο
θα έχουν ξύσει
θα έχουν ξυσμένο
θα έχει ξυστεί
θα είναι ξυσμένος, -η, -ο
θα έχουν ξυστεί
θα είναι ξυσμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ξύνω να ξύνουμε να ξύνομαι να ξυνόμαστε
να ξύνεις να ξύνετε να ξύνεσαι να ξύνεστε, να ξυνόσαστε
να ξύνει να ξύνουν να ξύνεται να ξύνονται
Aorist να ξύσω να ξύσουμε να ξυστώ να ξυστούμε
να ξύσεις να ξύσετε να ξυστείς, να ξυθείς να ξυστείτε
να ξύσει να ξύσουν να ξυστεί να ξυστούν(ε)
Perf να έχω ξύσει
να έχω ξυσμένο
να έχουμε ξύσει
να έχουμε ξυσμένο
να έχω ξυστεί
να είμαι ξυσμένος, -η
να έχουμε ξυστεί
να είμαστε ξυσμένοι, -ες
να έχεις ξύσει
να έχεις ξυσμένο
να έχετε ξύσει
να έχετε ξυσμένο
να έχεις ξυστεί
να είσαι ξυσμένος, -η
να έχετε ξυστεί
να είστε ξυσμένοι, -ες
να έχει ξύσει
να έχει ξυσμένο
να έχουν ξύσει
να έχουν ξυσμένο
να έχει ξυστεί
να είναι ξυσμένος, -η, -ο
να έχουν ξυστεί
να είναι ξυσμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres ξύνε ξύνετε ξύνεστε
Aorist ξύσε ξύσετε, ξύστε ξύσου ξυστείτε
Part
iciple
Pres ξύνοντας
Perf έχοντας ξύσει, έχοντας ξυσμένο ξυσμένος, -η, -ο ξυσμένοι, -ες, -α
Infin Aorist ξύσει ξυστεί


2017-03-22T01:55:46+00:00