Anaklo | ΑΝΑΚΛΩ

/, Α/Anaklo | ΑΝΑΚΛΩ

Anaklo | ΑΝΑΚΛΩ

 

ΑΝΑΚΛΩ
I reflect
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ανακλώ ανακλούμε ανακλώμαι ανακλόμαστε, ανακλώμεθα
ανακλάς ανακλάτε ανακλάσαι ανακλάστε, ανακλάσθε
ανακλά ανακλούν(ε) ανακλάται ανακλώνται
Imper
fect
ανακλούσα ανακλούσαμε
ανακλούσες ανακλούσατε
ανακλούσε ανακλούσαν(ε) ανακλάτο ανακλώντο
Aorist ανάκλασα ανακλάσαμε ανακλάστηκα ανακλαστήκαμε
ανάκλασες ανακλάσατε ανακλάστηκες ανακλαστήκατε
ανάκλασε ανάκλασαν, ανακλάσανε ανακλάστηκε ανακλάστηκαν, ανακλαστήκανε
Perf
ect
έχω ανακλάσει έχουμε ανακλάσει έχω ανακλαστεί έχουμε ανακλαστεί
έχεις ανακλάσει έχετε ανακλάσει έχεις ανακλαστεί έχετε ανακλαστεί
έχει ανακλάσει έχουν ανακλάσει έχει ανακλαστεί έχουν ανακλαστεί
Plu
perf
ect
είχα ανακλάσει είχαμε ανακλάσει είχα ανακλαστεί είχαμε ανακλαστεί
είχες ανακλάσει είχατε ανακλάσει είχες ανακλαστεί είχατε ανακλαστεί
είχε ανακλάσει είχαν ανακλάσει είχε ανακλαστεί είχαν ανακλαστεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα ανακλώ θα ανακλούμε θα ανακλώμαι θα ανακλόμαστε, θα ανακλώμεθα
θα ανακλάς θα ανακλάτε θα ανακλάσαι θα ανακλάστε, θα ανακλάσθε
θα ανακλά θα ανακλούν(ε) θα ανακλάται θα ανακλώνται
Simp
Fut
θα ανακλάσω θα ανακλάσουμε, θα ανακλάσομε θα ανακλαστώ θα ανακλαστούμε
θα ανακλάσεις θα ανακλάσετε θα ανακλαστείς θα ανακλαστείτε
θα ανακλάσει θα ανακλάσουν(ε) θα ανακλαστεί θα ανακλαστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ανακλάσει θα έχουμε ανακλάσει θα έχω ανακλαστεί θα έχουμε ανακλαστεί
θα έχεις ανακλάσει θα έχετε ανακλάσει θα έχεις ανακλαστεί θα έχετε ανακλαστεί
θα έχει ανακλάσει θα έχουν ανακλάσει θα έχει ανακλαστεί θα έχουν ανακλαστεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ανακλώ να ανακλούμε να ανακλώμαι να ανακλόμαστε, να ανακλώμεθα
να ανακλάς να ανακλάτε να ανακλάσαι να ανακλάστε, να ανακλάσθε
να ανακλά να ανακλούν(ε) να ανακλάται να ανακλώνται
Aorist να ανακλάσω να ανακλάσουμε, να ανακλάσομε να ανακλαστώ να ανακλαστούμε
να ανακλάσεις να ανακλάσετε να ανακλαστείς να ανακλαστείτε
να ανακλάσει να ανακλάσουν(ε) να ανακλαστεί να ανακλαστούν(ε)
Perf να έχω ανακλάσει να έχουμε ανακλάσει να έχω ανακλαστεί να έχουμε ανακλαστεί
να έχεις ανακλάσει να έχετε ανακλάσει να έχεις ανακλαστεί να έχετε ανακλαστεί
να έχει ανακλάσει να έχουν ανακλάσει να έχει ανακλαστεί να έχουν ανακλαστεί
Imper
ative
Pres ανακλάτε ανακλάστε, ανακλάσθε
Aorist ανάκλασε ανακλάστε, ανακλάσετε ανακλάσου ανακλαστείτε
Part
iciple
Pres ανακλώντας ανακλώμενος
Perf έχοντας ανακλάσει ανακλασμένος, -η, -ο ανακλασμένοι, -ες, -α
Infin Aorist ανακλάσει ανακλαστεί

 

2017-03-22T01:53:56+00:00