τρελαίνω (trelaino) — to drive crazy

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τρελαίνω — to drive crazy; overwhelm.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τρελαίνω τρελαίνομαι
εσύ — you τρελαίνεις τρελαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τρελαίνει τρελαίνεται
εμείς — we τρελαίνουμε, τρελαίνομε τρελαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τρελαίνετε τρελαίνεστε, τρελαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τρελαίνουν(ε) τρελαίνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τρέλαινα τρελαινόμουν(α)
εσύ — you τρέλαινες τρελαινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τρέλαινε τρελαινόταν(ε)
εμείς — we τρελαίναμε τρελαινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τρελαίνατε τρελαινόσαστε, τρελαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they τρέλαιναν, τρελαίναν(ε) τρελαίνονταν, τρελαινόντανε, τρελαινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τρέλανα τρελάθηκα
εσύ — you τρέλανες τρελάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τρέλανε τρελάθηκε
εμείς — we τρελάναμε τρελαθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τρελάνατε τρελαθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τρέλαναν, τρελάναν(ε) τρελάθηκαν, τρελαθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τρελάνει έχω τρελαθεί
εσύ — you έχεις τρελάνει έχεις τρελαθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τρελάνει έχει τρελαθεί
εμείς — we έχουμε τρελάνει έχουμε τρελαθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τρελάνει έχετε τρελαθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τρελάνει έχουν τρελαθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τρελάνει είχα τρελαθεί
εσύ — you είχες τρελάνει είχες τρελαθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τρελάνει είχε τρελαθεί
εμείς — we είχαμε τρελάνει είχαμε τρελαθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τρελάνει είχατε τρελαθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τρελάνει είχαν τρελαθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τρελαίνω θα τρελαίνομαι
εσύ — you θα τρελαίνεις θα τρελαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τρελαίνει θα τρελαίνεται
εμείς — we θα τρελαίνουμε, θα τρελαίνομε θα τρελαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τρελαίνετε θα τρελαίνεστε, θα τρελαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τρελαίνουν(ε) θα τρελαίνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τρελάνω θα τρελαθώ
εσύ — you θα τρελάνεις θα τρελαθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τρελάνει θα τρελαθεί
εμείς — we θα τρελάνουμε, θα τρελάνομε θα τρελαθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τρελάνετε θα τρελαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τρελάνουν(ε) θα τρελαθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τρελάνει θα έχω τρελαθεί
εσύ — you θα έχεις τρελάνει θα έχεις τρελαθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τρελάνει θα έχει τρελαθεί
εμείς — we θα έχουμε τρελάνει θα έχουμε τρελαθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τρελάνει θα έχετε τρελαθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τρελάνει θα έχουν τρελαθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τρελαίνω να τρελαίνομαι
εσύ — you να τρελαίνεις να τρελαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τρελαίνει να τρελαίνεται
εμείς — we να τρελαίνουμε, να τρελαίνομε να τρελαινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τρελαίνετε να τρελαίνεστε, να τρελαινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τρελαίνουν(ε) να τρελαίνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τρελάνω να τρελαθώ
εσύ — you να τρελάνεις να τρελαθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τρελάνει να τρελαθεί
εμείς — we να τρελάνουμε, να τρελάνομε να τρελαθούμε
εσείς — you (plural / polite) να τρελάνετε να τρελαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τρελάνουν(ε) να τρελαθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τρελάνει να έχω τρελαθεί
εσύ — you να έχεις τρελάνει να έχεις τρελαθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τρελάνει να έχει τρελαθεί
εμείς — we να έχουμε τρελάνει να έχουμε τρελαθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τρελάνει να έχετε τρελαθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τρελάνει να έχουν τρελαθεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • τρελαίνω means driving someone crazy or overwhelming them; τρελαίνομαι means becoming extremely upset or excited. Colloquial τρελαίνομαι για means being crazy about something. These everyday figurative expressions are not clinical terms. τρελαμένος, -η, -ο describes the affected state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τρελαίνομαι για σοκολάτα.

I am crazy about chocolate.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τρελαίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/trelaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /trelaino/