Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
λυπώ means to sadden someone. λυπάμαι / λυπούμαι means to feel sadness, be sorry, or feel pity; its middle endings do not imply the same meaning as the active.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | λυπώ | λυπάμαι, λυπούμαι |
| εσύ — you | λυπείς | λυπάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λυπεί | λυπάται |
| εμείς — we | λυπούμε | λυπόμαστε, λυπούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | λυπείτε | λυπάστε, λυπόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λυπούν(ε) | λυπούνται, λυπόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | λυπούσα | λυπόμουν(ε) |
| εσύ — you | λυπούσες | λυπόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λυπούσε | λυπόταν(ε) |
| εμείς — we | λυπούσαμε | λυπόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | λυπούσατε | λυπόσαστε, λυπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λυπούσαν(ε) | λυπόνταν(ε), λυπούνταν, λυπόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | λύπησα | λυπήθηκα |
| εσύ — you | λύπησες | λυπήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λύπησε | λυπήθηκε |
| εμείς — we | λυπήσαμε | λυπηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | λυπήσατε | λυπηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λύπησαν, λυπήσαν(ε) | λυπήθηκαν, λυπηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω λυπήσει | έχω λυπηθεί |
| εσύ — you | έχεις λυπήσει | έχεις λυπηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει λυπήσει | έχει λυπηθεί |
| εμείς — we | έχουμε λυπήσει | έχουμε λυπηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε λυπήσει | έχετε λυπηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν λυπήσει | έχουν λυπηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα λυπήσει | είχα λυπηθεί |
| εσύ — you | είχες λυπήσει | είχες λυπηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε λυπήσει | είχε λυπηθεί |
| εμείς — we | είχαμε λυπήσει | είχαμε λυπηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε λυπήσει | είχατε λυπηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν λυπήσει | είχαν λυπηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα λυπώ | θα λυπάμαι, θα λυπούμαι |
| εσύ — you | θα λυπείς | θα λυπάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λυπεί | θα λυπάται |
| εμείς — we | θα λυπούμε | θα λυπόμαστε, θα λυπούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λυπείτε | θα λυπάστε, θα λυπόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λυπούν(ε) | θα λυπούνται, θα λυπόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα λυπήσω | θα λυπηθώ |
| εσύ — you | θα λυπήσεις | θα λυπηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λυπήσει | θα λυπηθεί |
| εμείς — we | θα λυπήσουμε | θα λυπηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λυπήσετε | θα λυπηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λυπήσουν(ε) | θα λυπηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω λυπήσει | θα έχω λυπηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις λυπήσει | θα έχεις λυπηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει λυπήσει | θα έχει λυπηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε λυπήσει | θα έχουμε λυπηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε λυπήσει | θα έχετε λυπηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν λυπήσει | θα έχουν λυπηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να λυπώ | να λυπάμαι, να λυπούμαι |
| εσύ — you | να λυπείς | να λυπάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λυπεί | να λυπάται |
| εμείς — we | να λυπούμε | να λυπόμαστε, να λυπούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λυπείτε | να λυπάστε, να λυπόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λυπούν(ε) | να λυπούνται, να λυπόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να λυπήσω | να λυπηθώ |
| εσύ — you | να λυπήσεις | να λυπηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λυπήσει | να λυπηθεί |
| εμείς — we | να λυπήσουμε, να λυπήσομε | να λυπηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λυπήσετε | να λυπηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λυπήσουν(ε) | να λυπηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω λυπήσει | να έχω λυπηθεί |
| εσύ — you | να έχεις λυπήσει | να έχεις λυπηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει λυπήσει | να έχει λυπηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε λυπήσει | να έχουμε λυπηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε λυπήσει | να έχετε λυπηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν λυπήσει | να έχουν λυπηθεί |
Imperative · Προστακτική
These middle commands mean “have pity”.
Simple: λυπήσου (εσύ); λυπηθείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- λυπημένος, -η, -ο means sad; είμαι λυπημένος describes a state.
Λυπάμαι για την καθυστέρηση.
I am sorry about the delay.
Η είδηση με λύπησε.
The news saddened me.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λυπώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/lupamai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/lupamai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.