Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

κατάσχω — to confiscate; to seize

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κατάσχω — to confiscate; to seize.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατάσχω κατάσχομαι
εσύ — you κατάσχεις κατάσχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατάσχει κατάσχεται
εμείς — we κατάσχουμε, κατάσχομε κατασχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κατάσχετε κατάσχεστε, κατασχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατάσχουν(ε) κατάσχονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκανα κατάσχεση κατασχόμουν(α)
εσύ — you έκανες κατάσχεση κατασχόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκανε κατάσχεση κατασχόταν(ε)
εμείς — we κάναμε κατάσχεση κατασχόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κάνατε κατάσχεση κατασχόσαστε, κατασχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκαναν/κάναν(ε) κατάσχεση κατάσχονταν, κατασχόντανε, κατασχόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέσχεσα κατασχέθηκα
εσύ — you κατέσχεσες κατασχέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέσχεσε κατασχέθηκε
εμείς — we κατασχέσαμε κατασχεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κατασχέσατε κατασχεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέσχεσαν, κατασχέσαν(ε) κατασχέθηκαν, κατασχεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κατασχέσει έχω κατασχεθεί
εσύ — you έχεις κατασχέσει έχεις κατασχεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κατασχέσει έχει κατασχεθεί
εμείς — we έχουμε κατασχέσει έχουμε κατασχεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κατασχέσει έχετε κατασχεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κατασχέσει έχουν κατασχεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κατασχέσει είχα κατασχεθεί
εσύ — you είχες κατασχέσει είχες κατασχεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κατασχέσει είχε κατασχεθεί
εμείς — we είχαμε κατασχέσει είχαμε κατασχεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κατασχέσει είχατε κατασχεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κατασχέσει είχαν κατασχεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατάσχω θα κατάσχομαι
εσύ — you θα κατάσχεις θα κατάσχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατάσχει θα κατάσχεται
εμείς — we θα κατάσχουμε, θα κατάσχομε θα κατασχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κατάσχετε θα κατάσχεστε, θα κατασχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατάσχουν(ε) θα κατάσχονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κατασχέσω θα κατασχεθώ
εσύ — you θα κατασχέσεις θα κατασχεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κατασχέσει θα κατασχεθεί
εμείς — we θα κατασχέσουμε, θα κατασχέσομε θα κατασχεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κατασχέσετε θα κατασχεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κατασχέσουν θα κατασχεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κατασχέσει θα έχω κατασχεθεί
εσύ — you θα έχεις κατασχέσει θα έχεις κατασχεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κατασχέσει θα έχει κατασχεθεί
εμείς — we θα έχουμε κατασχέσει θα έχουμε κατασχεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κατασχέσει θα έχετε κατασχεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κατασχέσει θα έχουν κατασχεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατάσχω να κατάσχομαι
εσύ — you να κατάσχεις να κατάσχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατάσχει να κατάσχεται
εμείς — we να κατάσχουμε, να κατάσχομε να κατασχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κατάσχετε να κατάσχεστε, να κατασχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατάσχουν(ε) να κατάσχονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κατασχέσω να κατασχεθώ
εσύ — you να κατασχέσεις να κατασχεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κατασχέσει να κατασχεθεί
εμείς — we να κατασχέσουμε, να κατασχέσομε να κατασχεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κατασχέσετε να κατασχεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κατασχέσουν(ε) να κατασχεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κατασχέσει να έχω κατασχεθεί
εσύ — you να έχεις κατασχέσει να έχεις κατασχεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κατασχέσει να έχει κατασχεθεί
εμείς — we να έχουμε κατασχέσει να έχουμε κατασχεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κατασχέσει να έχετε κατασχεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κατασχέσει να έχουν κατασχεθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — κατάσχετε — —
Simple κατάσχεσε κατασχέστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κατάσχω means to confiscate or seize property. The usual past is κατέσχεσα; κατάσχεσα is conversational. Έκανα κατάσχεση is a periphrastic equivalent used for the active imperfect here. Personal passive forms are mainly relevant to property; the usual subjects are things seized.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Οι αρχές κατέσχεσαν τα εμπορεύματα.

The authorities confiscated the goods.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κατάσχω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katasxo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /katasxo/