Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ικετεύω — to plead; to implore

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ικετεύω — to plead; to implore.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ικετεύω
εσύ — you ικετεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ικετεύει
εμείς — we ικετεύουμε, ικετεύομε
εσείς — you (plural / polite) ικετεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ικετεύουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ικέτευα
εσύ — you ικέτευες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ικέτευε
εμείς — we ικετεύαμε
εσείς — you (plural / polite) ικετεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ικέτευαν, ικετεύαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ικέτεψα, ικέτευσα
εσύ — you ικέτεψες, ικέτευσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ικέτεψε, ικέτευσε
εμείς — we ικετέψαμε, ικετεύσαμε
εσείς — you (plural / polite) ικετέψατε, ικετεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ικέτεψαν, ικετέψαν(ε), ικέτευσαν, ικετεύσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ικετέψει
εσύ — you έχεις ικετέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ικετέψει
εμείς — we έχουμε ικετέψει
εσείς — you (plural / polite) έχετε ικετέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ικετέψει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ικετέψει
εσύ — you είχες ικετέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ικετέψει
εμείς — we είχαμε ικετέψει
εσείς — you (plural / polite) είχατε ικετέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ικετέψει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ικετεύω
εσύ — you θα ικετεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ικετεύει
εμείς — we θα ικετεύουμε, θα ικετεύομε
εσείς — you (plural / polite) θα ικετεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ικετεύουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ικετέψω, θα ικετεύσω
εσύ — you θα ικετέψεις, θα ικετεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ικετέψει, θα ικετεύσει
εμείς — we θα ικετέψουμε, θα ικετέψομε, θα ικετεύσουμε, θα ικετεύσομε
εσείς — you (plural / polite) θα ικετέψετε, θα ικετεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ικετέψουν(ε), θα ικετεύσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ικετέψει
εσύ — you θα έχεις ικετέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ικετέψει
εμείς — we θα έχουμε ικετέψει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ικετέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ικετέψει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ικετεύω
εσύ — you να ικετεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ικετεύει
εμείς — we να ικετεύουμε, να ικετεύομε
εσείς — you (plural / polite) να ικετεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ικετεύουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ικετέψω, να ικετεύσω
εσύ — you να ικετέψεις, να ικετεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ικετέψει, να ικετεύσει
εμείς — we να ικετέψουμε, να ικετέψομε, να ικετεύσουμε, να ικετεύσομε
εσείς — you (plural / polite) να ικετέψετε, να ικετεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ικετέψουν(ε), να ικετεύσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ικετέψει
εσύ — you να έχεις ικετέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ικετέψει
εμείς — we να έχουμε ικετέψει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ικετέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ικετέψει

Imperative · Προστακτική

ικέτευε / ικετεύετε

Simple: ικέτεψε, ικέτευσε (εσύ); ικετέψτε, ικετεύστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ικετεύω means to plead earnestly or implore someone; it is stronger than an ordinary request. The perfective stems ικετέψω and ικετεύσω are alternatives.

Σε ικετεύω να με ακούσεις.

I implore you to listen to me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ικετεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/iketeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /iketeuo/