διευρύνω (dieuruno) — to widen, broaden, expand

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διευρύνω means “to widen,” “to broaden” or “to expand.” The passive διευρύνομαι means “to be widened” or “to expand.”

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διευρύνω διευρύνομαι
εσύ — you διευρύνεις διευρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διευρύνει διευρύνεται
εμείς — we διευρύνουμε διευρυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διευρύνετε διευρύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διευρύνουν διευρύνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διεύρυνα διευρυνόμουν
εσύ — you διεύρυνες διευρυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διεύρυνε διευρυνόταν
εμείς — we διευρύναμε διευρυνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διευρύνατε διευρυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διεύρυναν διευρύνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διεύρυνα διευρύνθηκα
εσύ — you διεύρυνες διευρύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διεύρυνε διευρύνθηκε
εμείς — we διευρύναμε διευρυνθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διευρύνατε διευρυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διεύρυναν διευρύνθηκαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διευρύνει έχω διευρυνθεί
εσύ — you έχεις διευρύνει έχεις διευρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διευρύνει έχει διευρυνθεί
εμείς — we έχουμε διευρύνει έχουμε διευρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διευρύνει έχετε διευρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διευρύνει έχουν διευρυνθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διευρύνει είχα διευρυνθεί
εσύ — you είχες διευρύνει είχες διευρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διευρύνει είχε διευρυνθεί
εμείς — we είχαμε διευρύνει είχαμε διευρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διευρύνει είχατε διευρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διευρύνει είχαν διευρυνθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διευρύνω θα διευρύνομαι
εσύ — you θα διευρύνεις θα διευρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διευρύνει θα διευρύνεται
εμείς — we θα διευρύνουμε θα διευρυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διευρύνετε θα διευρύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διευρύνουν θα διευρύνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διευρύνω θα διευρυνθώ
εσύ — you θα διευρύνεις θα διευρυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διευρύνει θα διευρυνθεί
εμείς — we θα διευρύνουμε θα διευρυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διευρύνετε θα διευρυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διευρύνουν θα διευρυνθούν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διευρύνει θα έχω διευρυνθεί
εσύ — you θα έχεις διευρύνει θα έχεις διευρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διευρύνει θα έχει διευρυνθεί
εμείς — we θα έχουμε διευρύνει θα έχουμε διευρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διευρύνει θα έχετε διευρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διευρύνει θα έχουν διευρυνθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διευρύνω να διευρύνομαι
εσύ — you να διευρύνεις να διευρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διευρύνει να διευρύνεται
εμείς — we να διευρύνουμε να διευρυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διευρύνετε να διευρύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διευρύνουν να διευρύνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διευρύνω να διευρυνθώ
εσύ — you να διευρύνεις να διευρυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διευρύνει να διευρυνθεί
εμείς — we να διευρύνουμε να διευρυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διευρύνετε να διευρυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διευρύνουν να διευρυνθούν

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διευρύνει να έχω διευρυνθεί
εσύ — you να έχεις διευρύνει να έχεις διευρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διευρύνει να έχει διευρυνθεί
εμείς — we να έχουμε διευρύνει να έχουμε διευρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διευρύνει να έχετε διευρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διευρύνει να έχουν διευρυνθεί

Imperative · Προστακτική

The active imperative has the same forms for continuous and simple aspect. Passive commands are uncommon.

Simple: διεύρυνε (εσύ); διευρύνετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active present and perfective non-past have identical forms; the imperfect and aorist also share διεύρυνα. Context and aspect distinguish their uses.
  • Present participle: διευρύνοντας. Result participle: διευρυμένος, διευρυμένη, διευρυμένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το πρόγραμμα διευρύνθηκε φέτος.

The programme expanded this year.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διευρύνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dieuruno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /dieuruno/