διαψεύδω (diapseudo) — to deny

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαψεύδω means to deny a claim, refute or prove wrong. The passive can mean to be contradicted or proved wrong.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαψεύδω διαψεύδομαι
εσύ — you διαψεύδεις διαψεύδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαψεύδει διαψεύδεται
εμείς — we διαψεύδουμε, διαψεύδομε διαψευδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διαψεύδετε διαψεύδεστε, διαψευδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαψεύδουν(ε) διαψεύδονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέψευδα διαψευδόμουν(α)
εσύ — you διέψευδες διαψευδόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέψευδε διαψευδόταν(ε)
εμείς — we διαψεύδαμε διαψευδόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διαψεύδατε διαψευδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέψευδαν, διαψεύδαν(ε) διαψεύδονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέψευσα διαψεύστηκα
εσύ — you διέψευσες διαψεύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέψευσε διαψεύστηκε
εμείς — we διαψεύσαμε διαψευστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διαψεύσατε διαψευστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέψευσαν, διαψεύσαν(ε) διαψεύστηκαν, διαψευστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διαψεύσει έχω διαψευστεί
εσύ — you έχεις διαψεύσει έχεις διαψευστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαψεύσει έχει διαψευστεί
εμείς — we έχουμε διαψεύσει έχουμε διαψευστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαψεύσει έχετε διαψευστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαψεύσει έχουν διαψευστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διαψεύσει είχα διαψευστεί
εσύ — you είχες διαψεύσει είχες διαψευστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαψεύσει είχε διαψευστεί
εμείς — we είχαμε διαψεύσει είχαμε διαψευστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαψεύσει είχατε διαψευστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαψεύσει είχαν διαψευστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαψεύδω θα διαψεύδομαι
εσύ — you θα διαψεύδεις θα διαψεύδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαψεύδει θα διαψεύδεται
εμείς — we θα διαψεύδουμε, θα διαψεύδομε θα διαψευδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διαψεύδετε θα διαψεύδεστε, θα διαψευδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαψεύδουν(ε) θα διαψεύδονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαψεύσω θα διαψευστώ
εσύ — you θα διαψεύσεις θα διαψευστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαψεύσει θα διαψευστεί
εμείς — we θα διαψεύσουμε, θα διαψεύσομε θα διαψευστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διαψεύσετε θα διαψευστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαψεύσουν(ε) θα διαψευστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διαψεύσει θα έχω διαψευστεί
εσύ — you θα έχεις διαψεύσει θα έχεις διαψευστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαψεύσει θα έχει διαψευστεί
εμείς — we θα έχουμε διαψεύσει θα έχουμε διαψευστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαψεύσει θα έχετε διαψευστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαψεύσει θα έχουν διαψευστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαψεύδω να διαψεύδομαι
εσύ — you να διαψεύδεις να διαψεύδεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαψεύδει να διαψεύδεται
εμείς — we να διαψεύδουμε, να διαψεύδομε να διαψευδόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διαψεύδετε να διαψεύδεστε, να διαψευδόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαψεύδουν(ε) να διαψεύδονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαψεύσω να διαψευστώ
εσύ — you να διαψεύσεις να διαψευστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαψεύσει να διαψευστεί
εμείς — we να διαψεύσουμε, να διαψεύσομε να διαψευστούμε
εσείς — you (plural / polite) να διαψεύσετε να διαψευστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαψεύσουν(ε) να διαψευστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διαψεύσει να έχω διαψευστεί
εσύ — you να έχεις διαψεύσει να έχεις διαψευστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαψεύσει να έχει διαψευστεί
εμείς — we να έχουμε διαψεύσει να έχουμε διαψευστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαψεύσει να έχετε διαψευστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαψεύσει να έχουν διαψευστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διάψευδε διαψεύδετε — διαψεύδεστε
Simple διάψευσε διαψεύστε διαψεύσου διαψευστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • διαψευσμένος, -η, -ο describes a resulting state. Learned passive variants include διαψεύσθηκα and διαψευσθεί.

Η εταιρεία διέψευσε την είδηση.

The company denied the report.

Οι προβλέψεις μας διαψεύστηκαν.

Our predictions proved wrong.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαψεύδω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diapseudo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /diapseudo/