Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βλάφτω / βλάπτω — to harm; to damage
Both present patterns are accepted. These tables consistently show the βλάφτω pattern; βλάπτω / βλάπτομαι is especially common in formal usage.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βλάφτω | βλάφτομαι |
| εσύ — you | βλάφτεις | βλάφτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βλάφτει | βλάφτεται |
| εμείς — we | βλάφτουμε, βλάφτομε | βλαφτόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βλάφτετε | βλάφτεστε, βλαφτόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βλάφτουν(ε) | βλάφτονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβλαφτα | βλαφτόμουν(α) |
| εσύ — you | έβλαφτες | βλαφτόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβλαφτε | βλαφτόταν(ε) |
| εμείς — we | βλάφταμε | βλαφτόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βλάφτατε | βλαφτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβλαφταν, βλάφταν(ε) | βλάφτονταν, βλαφτόντανε, βλαφτόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβλαψα | βλάφτηκα |
| εσύ — you | έβλαψες | βλάφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβλαψε | βλάφτηκε |
| εμείς — we | βλάψαμε | βλαφτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βλάψατε | βλαφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβλαψαν, βλάψαν(ε) | βλάφτηκαν, βλαφτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βλάψει | έχω βλαφτεί |
| εσύ — you | έχεις βλάψει | έχεις βλαφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βλάψει | έχει βλαφτεί |
| εμείς — we | έχουμε βλάψει | έχουμε βλαφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βλάψει | έχετε βλαφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βλάψει | έχουν βλαφτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βλάψει | είχα βλαφτεί |
| εσύ — you | είχες βλάψει | είχες βλαφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βλάψει | είχε βλαφτεί |
| εμείς — we | είχαμε βλάψει | είχαμε βλαφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βλάψει | είχατε βλαφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βλάψει | είχαν βλαφτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βλάφτω | θα βλάφτομαι |
| εσύ — you | θα βλάφτεις | θα βλάφτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βλάφτει | θα βλάφτεται |
| εμείς — we | θα βλάφτουμε, θα βλάφτομε | θα βλαφτόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βλάφτετε | θα βλάφτεστε, θα βλαφτόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βλάφτουν(ε) | θα βλάφτονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βλάψω | θα βλαφτώ |
| εσύ — you | θα βλάψεις | θα βλαφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βλάψει | θα βλαφτεί |
| εμείς — we | θα βλάψουμε, θα βλάψομε | θα βλαφτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βλάψετε | θα βλαφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βλάψουν(ε) | θα βλαφτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βλάψει | θα έχω βλαφτεί |
| εσύ — you | θα έχεις βλάψει | θα έχεις βλαφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βλάψει | θα έχει βλαφτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βλάψει | θα έχουμε βλαφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βλάψει | θα έχετε βλαφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βλάψει | θα έχουν βλαφτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βλάφτω | να βλάφτομαι |
| εσύ — you | να βλάφτεις | να βλάφτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βλάφτει | να βλάφτεται |
| εμείς — we | να βλάφτουμε, να βλάφτομε | να βλαφτόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βλάφτετε | να βλάφτεστε, να βλαφτόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βλάφτουν(ε) | να βλάφτονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βλάψω | να βλαφτώ |
| εσύ — you | να βλάψεις | να βλαφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βλάψει | να βλαφτεί |
| εμείς — we | να βλάψουμε, να βλάψομε | να βλαφτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βλάψετε | να βλαφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βλάψουν(ε) | να βλαφτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βλάψει | να έχω βλαφτεί |
| εσύ — you | να έχεις βλάψει | να έχεις βλαφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βλάψει | να έχει βλαφτεί |
| εμείς — we | να έχουμε βλάψει | να έχουμε βλαφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βλάψει | να έχετε βλαφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βλάψει | να έχουν βλαφτεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βλάφτε | βλάφτετε | — | — |
| Simple | βλάψε | βλάψτε | — | — |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The active perfective stem is βλαψ-: έβλαψα, να βλάψω, έχω βλάψει.
- The passive series shown uses βλάφτηκα / να βλαφτώ / έχω βλαφτεί. Formal βλάφθηκα / να βλαφθώ / έχω βλαφθεί also occurs.
- βλάφτοντας / βλάπτοντας — harming; έχοντας βλάψει — having harmed.
- βλαμμένος, βλαμμένη, βλαμμένο can describe damage but is also used as an insult for a person. It is not a routine perfect-tense substitute.
- Direct plural imperative: βλάψτε. Βλάψετε requires θα, να or μην. Negative: μη βλάφτεις / μη βλάψεις.
Η υγρασία μπορεί να βλάψει το ξύλο.
Moisture can damage wood.
Δεν θέλω να βλάψω κανέναν.
I do not want to harm anyone.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βλάφτω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/blafto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/blafto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.