[Prev Next] Index Home Type [Model Prev Next] [Model Prev Next]
ΒΑΡΥΝΩ
I weigh down
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
βαρύνω βαρύνουμε, βαρύνομε βαρύνομαι βαρυνόμαστε
βαρύνεις βαρύνετε βαρύνεσαι βαρύνεστε, βαρυνόσαστε
βαρύνει βαρύνουν(ε) βαρύνεται βαρύνονται
Imper
fect
βάρυνα βαρύναμε βαρυνόμουν(α) βαρυνόμαστε, βαρυνόμασταν
βάρυνες βαρύνατε βαρυνόσουν(α) βαρυνόσαστε, βαρυνόσασταν
βάρυνε βάρυναν, βαρύναν(ε) βαρυνόταν(ε) βαρύνονταν, βαρυνόντανε, βαρυνόντουσαν
Aorist βάρυνα βαρύναμε βαρύνθηκα βαρυνθήκαμε
βάρυνες βαρύνατε βαρύνθηκες βαρυνθήκατε
βάρυνε βάρυναν, βαρύναν(ε) βαρύνθηκε βαρύνθηκαν, βαρυνθήκαν(ε)
Per
fect
έχω βαρύνει
έχω βεβαρυμένο
έχουμε βαρύνει
έχουμε βεβαρυμένο
έχω βαρυνθεί
είμαι βεβαρυμένος, -η
έχουμε βαρυνθεί
είμαστε βεβαρυμένοι, -ες
έχεις βαρύνει
έχεις βεβαρυμένο
έχετε βαρύνει
έχετε βεβαρυμένο
έχεις βαρυνθεί
είσαι βεβαρυμένος, -η
έχετε βαρυνθεί
είστε βεβαρυμένοι, -ες
έχει βαρύνει
έχει βεβαρυμένο
έχουν βαρύνει
έχουν βεβαρυμένο
έχει βαρυνθεί
είναι βεβαρυμένος, -η, -ο
έχουν βαρυνθεί
είναι βεβαρυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βαρύνει
είχα βεβαρυμένο
είχαμε βαρύνει
είχαμε βεβαρυμένο
είχα βαρυνθεί
ήμουν βεβαρυμένος, -η
είχαμε βαρυνθεί
ήμαστε βεβαρυμένοι, -ες
είχες βαρύνει
είχες βεβαρυμένο
είχατε βαρύνει
είχατε βεβαρυμένο
είχες βαρυνθεί
ήσουν βεβαρυμένος, -η
είχατε βαρυνθεί
ήσαστε βεβαρυμένοι, -ες
είχε βαρύνει
είχε βεβαρυμένο
είχαν βαρύνει
είχαν βεβαρυμένο
είχε βαρυνθεί
ήταν βεβαρυμένος, -η, -ο
είχαν βαρυνθεί
ήταν βεβαρυμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα βαρύνω θα βαρύνουμε, θα βαρύνομε θα βαρύνομαι θα βαρυνόμαστε
θα βαρύνεις θα βαρύνετε θα βαρύνεσαι θα βαρύνεστε, θα βαρυνόσαστε
θα βαρύνει θα βαρύνουν(ε) θα βαρύνεται θα βαρύνονται
Simp
Fut
θα βαρύνω θα βαρύνουμε, θα βαρύνομε θα βαρυνθώ θα βαρυνθούμε
θα βαρύνεις θα βαρύνετε θα βαρυνθείς θα βαρυνθείτε
θα βαρύνει θα βαρύνουν(ε) θα βαρυνθεί θα βαρυνθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω βαρύνει
θα έχω βεβαρυμένο
θα έχουμε βαρύνει
θα έχουμε βεβαρυμένο
θα έχω βαρυνθεί
θα είμαι βεβαρυμένος, -η
θα έχουμε βαρυνθεί
θα είμαστε βεβαρυμένοι, -ες
θα έχεις βαρύνει
θα έχεις βεβαρυμένο
θα έχετε βαρύνει
θα έχετε βεβαρυμένο
θα έχεις βαρυνθεί
θα είσαι βεβαρυμένος, -η
θα έχετε βαρυνθεί
θα είστε βεβαρυμένοι, -ες
θα έχει βαρύνει
θα έχει βεβαρυμένο
θα έχουν βαρύνει
θα έχουν βεβαρυμένο
θα έχει βαρυνθεί
θα είναι βεβαρυμένος, -η, -ο
θα έχουν βαρυνθεί
θα είναι βεβαρυμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να βαρύνω να βαρύνουμε, να βαρύνομε να βαρύνομαι να βαρυνόμαστε
να βαρύνεις να βαρύνετε να βαρύνεσαι να βαρύνεστε, να βαρυνόσαστε
να βαρύνει να βαρύνουν(ε) να βαρύνεται να βαρύνονται
Aorist να βαρύνω να βαρύνουμε, να βαρύνομε να βαρυνθώ να βαρυνθούμε
να βαρύνεις να βαρύνετε να βαρυνθείς να βαρυνθείτε
να βαρύνει να βαρύνουν(ε) να βαρυνθεί να βαρυνθούν(ε)
Perf να έχω βαρύνει
να έχω βεβαρυμένο
να έχουμε βαρύνει
να έχουμε βεβαρυμένο
να έχω βαρυνθεί
να είμαι βεβαρυμένος, -η
να έχουμε βαρυνθεί
να είμαστε βεβαρυμένοι, -ες
να έχεις βαρύνει
να έχεις βεβαρυμένο
να έχετε βαρύνει
να έχετε βεβαρυμένο
να έχεις βαρυνθεί
να είσαι βεβαρυμένος, -η
να έχετε βαρυνθεί
να είστε βεβαρυμένοι, -ες
να έχει βαρύνει
να έχει βεβαρυμένο
να έχουν βαρύνει
να έχουν βεβαρυμένο
να έχει βαρυνθεί
να είναι βεβαρυμένος, -η, -ο
να έχουν βαρυνθεί
να είναι βεβαρυμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres βάρυνε βαρύνετε βαρύνεστε
Aorist βάρυνε βαρύνετε βαρύνσου βαρυνθείτε
Part
iciple
Pres βαρύνοντας
Perf έχοντας βαρύνει, έχοντας βεβαρυμένο βεβαρυμένος, -η, -ο βεβαρυμένοι, -ες, -α
Infin Aorist βαρύνει βαρυνθεί