Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υπερβάλλω — to exaggerate; go too far.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υπερβάλλω |
| εσύ — you | υπερβάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπερβάλλει |
| εμείς — we | υπερβάλλουμε, υπερβάλλομε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπερβάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπερβάλλουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υπερέβαλλα |
| εσύ — you | υπερέβαλλες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπερέβαλλε |
| εμείς — we | υπερβάλλαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπερβάλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπερέβαλλαν, υπερβάλλαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υπερέβαλα |
| εσύ — you | υπερέβαλες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπερέβαλε |
| εμείς — we | υπερβάλαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπερβάλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπερέβαλαν, υπερβάλαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω υπερβάλει |
| εσύ — you | έχεις υπερβάλει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υπερβάλει |
| εμείς — we | έχουμε υπερβάλει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υπερβάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υπερβάλει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα υπερβάλει |
| εσύ — you | είχες υπερβάλει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υπερβάλει |
| εμείς — we | είχαμε υπερβάλει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υπερβάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υπερβάλει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα υπερβάλλω |
| εσύ — you | θα υπερβάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπερβάλλει |
| εμείς — we | θα υπερβάλλουμε, θα υπερβάλλομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπερβάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπερβάλλουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα υπερβάλω |
| εσύ — you | θα υπερβάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπερβάλει |
| εμείς — we | θα υπερβάλουμε, θα υπερβάλομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπερβάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπερβάλουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υπερβάλει |
| εσύ — you | θα έχεις υπερβάλει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υπερβάλει |
| εμείς — we | θα έχουμε υπερβάλει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υπερβάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υπερβάλει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να υπερβάλλω |
| εσύ — you | να υπερβάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπερβάλλει |
| εμείς — we | να υπερβάλλουμε, να υπερβάλλομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπερβάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπερβάλλουνε |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να υπερβάλω |
| εσύ — you | να υπερβάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπερβάλει |
| εμείς — we | να υπερβάλουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπερβάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπερβάλουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω υπερβάλει |
| εσύ — you | να έχεις υπερβάλει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υπερβάλει |
| εμείς — we | να έχουμε υπερβάλει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υπερβάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υπερβάλει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: υπέρβαλλε (εσύ), υπερβάλλετε (εσείς).
Simple: υπέρβαλε (εσύ); υπερβάλετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Double λ marks the continuous stem υπερβαλλ-; single λ marks the perfective stem υπερβαλ-. Compare υπερέβαλλα / υπερέβαλα and να υπερβάλλω / να υπερβάλω.
Μην υπερβάλλεις!
Do not exaggerate!
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υπερβάλλω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/uperballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/uperballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.