Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υφαίνω — to weave.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υφαίνω | υφαίνομαι |
| εσύ — you | υφαίνεις | υφαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υφαίνει | υφαίνεται |
| εμείς — we | υφαίνουμε, υφαίνομε | υφαινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | υφαίνετε | υφαίνεστε, υφαινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υφαίνουν(ε) | υφαίνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ύφαινα | υφαινόμουν(α) |
| εσύ — you | ύφαινες | υφαινόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ύφαινε | υφαινόταν(ε) |
| εμείς — we | υφαίναμε | υφαινόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | υφαίνατε | υφαινόσαστε, υφαινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ύφαιναν, υφαίναν(ε) | υφαίνονταν, υφαινόντανε, υφαινόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ύφανα | υφάνθηκα |
| εσύ — you | ύφανες | υφάνθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ύφανε | υφάνθηκε |
| εμείς — we | υφάναμε | υφανθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υφάνατε | υφανθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ύφαναν, υφάναν(ε) | υφάνθηκαν, υφανθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω υφάνει | έχω υφανθεί |
| εσύ — you | έχεις υφάνει | έχεις υφανθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υφάνει | έχει υφανθεί |
| εμείς — we | έχουμε υφάνει | έχουμε υφανθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υφάνει | έχετε υφανθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υφάνει | έχουν υφανθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα υφάνει | είχα υφανθεί |
| εσύ — you | είχες υφάνει | είχες υφανθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υφάνει | είχε υφανθεί |
| εμείς — we | είχαμε υφάνει | είχαμε υφανθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υφάνει | είχατε υφανθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υφάνει | είχαν υφανθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υφαίνω | θα υφαίνομαι |
| εσύ — you | θα υφαίνεις | θα υφαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υφαίνει | θα υφαίνεται |
| εμείς — we | θα υφαίνουμε, θα υφαίνομε | θα υφαινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υφαίνετε | θα υφαίνεστε, θα υφαινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υφαίνουν(ε) | θα υφαίνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υφάνω | θα υφανθώ |
| εσύ — you | θα υφάνεις | θα υφανθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υφάνει | θα υφανθεί |
| εμείς — we | θα υφάνουμε, θα υφάνομε | θα υφανθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υφάνετε | θα υφανθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υφάνουν(ε) | θα υφανθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υφάνει | θα έχω υφανθεί |
| εσύ — you | θα έχεις υφάνει | θα έχεις υφανθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υφάνει | θα έχει υφανθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε υφάνει | θα έχουμε υφανθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υφάνει | θα έχετε υφανθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υφάνει | θα έχουν υφανθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υφαίνω | να υφαίνομαι |
| εσύ — you | να υφαίνεις | να υφαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υφαίνει | να υφαίνεται |
| εμείς — we | να υφαίνουμε, να υφαίνομε | να υφαινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υφαίνετε | να υφαίνεστε, να υφαινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υφαίνουν(ε) | να υφαίνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υφάνω | να υφανθώ |
| εσύ — you | να υφάνεις | να υφανθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υφάνει | να υφανθεί |
| εμείς — we | να υφάνουμε, να υφάνομε | να υφανθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υφάνετε | να υφανθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υφάνουν(ε) | να υφανθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω υφάνει | να έχω υφανθεί |
| εσύ — you | να έχεις υφάνει | να έχεις υφανθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υφάνει | να έχει υφανθεί |
| εμείς — we | να έχουμε υφάνει | να έχουμε υφανθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υφάνει | να έχετε υφανθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υφάνει | να έχουν υφανθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ύφαινε (εσύ), υφαίνετε (εσείς).
Simple: ύφανε (εσύ); υφάνετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The stems change: υφαίνω, ύφανα, θα υφάνω; passive υφάνθηκα, θα υφανθώ. υφασμένος, -η, -ο means woven. Figurative uses describe weaving a story, plan or web of relationships.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Ύφανε ένα χαλί στον αργαλειό.
She wove a rug on the loom.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υφαίνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ufaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ufaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.