συναγωνίζομαι (synagonizomai) — to compete with; rival

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συναγωνίζομαι — to compete with; rival.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συναγωνίζομαι
εσύ — you συναγωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συναγωνίζεται
εμείς — we συναγωνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συναγωνίζεστε, συναγωνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συναγωνίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συναγωνιζόμουν(α)
εσύ — you συναγωνιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συναγωνιζόταν(ε)
εμείς — we συναγωνιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συναγωνιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they συναγωνίζονταν, συναγωνιζόντανε, συναγωνιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συναγωνίστηκα
εσύ — you συναγωνίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συναγωνίστηκε
εμείς — we συναγωνιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συναγωνιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συναγωνίστηκαν, συναγωνιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω συναγωνιστεί
εσύ — you έχεις συναγωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συναγωνιστεί
εμείς — we έχουμε συναγωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συναγωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συναγωνιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα συναγωνιστεί
εσύ — you είχες συναγωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συναγωνιστεί
εμείς — we είχαμε συναγωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συναγωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συναγωνιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα συναγωνίζομαι
εσύ — you θα συναγωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συναγωνίζεται
εμείς — we θα συναγωνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συναγωνίζεστε, θα συναγωνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συναγωνίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα συναγωνιστώ
εσύ — you θα συναγωνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συναγωνιστεί
εμείς — we θα συναγωνιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συναγωνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συναγωνιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω συναγωνιστεί
εσύ — you θα έχεις συναγωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συναγωνιστεί
εμείς — we θα έχουμε συναγωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συναγωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συναγωνιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να συναγωνίζομαι
εσύ — you να συναγωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συναγωνίζεται
εμείς — we να συναγωνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συναγωνίζεστε, να συναγωνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συναγωνίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να συναγωνιστώ
εσύ — you να συναγωνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συναγωνιστεί
εμείς — we να συναγωνιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να συναγωνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συναγωνιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω συναγωνιστεί
εσύ — you να έχεις συναγωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συναγωνιστεί
εμείς — we να έχουμε συναγωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συναγωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συναγωνιστεί

Imperative · Προστακτική

The listed commands refer to a completed act. Continuous plural: συναγωνίζεστε.

Simple: συναγωνίσου (εσύ); συναγωνιστείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • A middle-form verb with active meaning: competing with someone or matching their performance. συναγωνιζόμενος, -η, -ο means competing; it is not a perfect construction.

Δεν μπορώ να σε συναγωνιστώ στο τρέξιμο.

I cannot compete with you at running.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συναγωνίζομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/synagonizomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /synagonizomai/