σφάλλω (sfallo) — to be mistaken

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σφάλλω means to be mistaken or make an error, in relatively formal usage.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σφάλλω
εσύ — you σφάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σφάλλει
εμείς — we σφάλλουμε, σφάλλομε
εσείς — you (plural / polite) σφάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σφάλλουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έσφαλλα
εσύ — you έσφαλλες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσφαλλε
εμείς — we σφάλλαμε
εσείς — you (plural / polite) σφάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσφαλλαν, σφάλλαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έσφαλα
εσύ — you έσφαλες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσφαλε
εμείς — we σφάλαμε
εσείς — you (plural / polite) σφάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσφαλαν, σφάλαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω σφάλει
εσύ — you έχεις σφάλει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σφάλει
εμείς — we έχουμε σφάλει
εσείς — you (plural / polite) έχετε σφάλει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σφάλει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα σφάλει
εσύ — you είχες σφάλει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σφάλει
εμείς — we είχαμε σφάλει
εσείς — you (plural / polite) είχατε σφάλει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σφάλει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σφάλλω
εσύ — you θα σφάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σφάλλει
εμείς — we θα σφάλλουμε, θα σφάλλομε
εσείς — you (plural / polite) θα σφάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σφάλλουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σφάλω
εσύ — you θα σφάλεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σφάλει
εμείς — we θα σφάλουμε, θα σφάλομε
εσείς — you (plural / polite) θα σφάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σφάλουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω σφάλει
εσύ — you θα έχεις σφάλει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σφάλει
εμείς — we θα έχουμε σφάλει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σφάλει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σφάλει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σφάλλω
εσύ — you να σφάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σφάλλει
εμείς — we να σφάλλουμε, να σφάλλομε
εσείς — you (plural / polite) να σφάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σφάλλουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σφάλω
εσύ — you να σφάλεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σφάλει
εμείς — we να σφάλουμε, να σφάλομε
εσείς — you (plural / polite) να σφάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σφάλουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω σφάλει
εσύ — you να έχεις σφάλει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σφάλει
εμείς — we να έχουμε σφάλει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σφάλει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σφάλει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Continuous forms have double λ: σφάλλω, έσφαλλα. Perfective forms have one λ: έσφαλα, θα σφάλω, έχω σφάλει.

Αν δεν σφάλλω, έχουμε συναντηθεί.

If I am not mistaken, we have met.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σφάλλω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sfallo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sfallo/