καρτεράω (karterao) — to wait; to await

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καρτεράω — to wait; to await.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καρτεράω, καρτερώ
εσύ — you καρτεράς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καρτεράει, καρτερά
εμείς — we καρτεράμε, καρτερούμε
εσείς — you (plural / polite) καρτεράτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καρτεράν(ε), καρτερούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καρτερούσα, καρτέραγα
εσύ — you καρτερούσες, καρτέραγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καρτερούσε, καρτέραγε
εμείς — we καρτερούσαμε, καρτεράγαμε
εσείς — you (plural / polite) καρτερούσατε, καρτεράγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καρτερούσαν(ε), καρτέραγαν, καρτεράγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καρτέρεσα
εσύ — you καρτέρεσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καρτέρεσε
εμείς — we καρτερέσαμε
εσείς — you (plural / polite) καρτερέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καρτέρεσαν, καρτερέσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω καρτερέσει
εσύ — you έχεις καρτερέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καρτερέσει
εμείς — we έχουμε καρτερέσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε καρτερέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καρτερέσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα καρτερέσει
εσύ — you είχες καρτερέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καρτερέσει
εμείς — we είχαμε καρτερέσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε καρτερέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καρτερέσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καρτεράω, θα καρτερώ
εσύ — you θα καρτεράς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καρτεράει, θα καρτερά
εμείς — we θα καρτεράμε, θα καρτερούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καρτεράτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καρτεράν(ε), θα καρτερούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα καρτερέσω
εσύ — you θα καρτερέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καρτερέσει
εμείς — we θα καρτερέσουμε, θα καρτερέσομε
εσείς — you (plural / polite) θα καρτερέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καρτερέσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω καρτερέσει
εσύ — you θα έχεις καρτερέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καρτερέσει
εμείς — we θα έχουμε καρτερέσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καρτερέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καρτερέσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καρτεράω, να καρτερώ
εσύ — you να καρτεράς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καρτεράει, να καρτερά
εμείς — we να καρτεράμε, να καρτερούμε
εσείς — you (plural / polite) να καρτεράτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καρτεράν(ε), να καρτερούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να καρτερέσω
εσύ — you να καρτερέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καρτερέσει
εμείς — we να καρτερέσουμε, να καρτερέσομε
εσείς — you (plural / polite) να καρτερέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καρτερέσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω καρτερέσει
εσύ — you να έχεις καρτερέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καρτερέσει
εμείς — we να έχουμε καρτερέσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καρτερέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καρτερέσει

Imperative · Προστακτική

καρτέρα, καρτέραγε / καρτεράτε

Simple: καρτέρεσε (εσύ); καρτερέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καρτεράω / καρτερώ is often literary, traditional, or emotionally expressive. Περιμένω is the usual neutral verb for wait.

Καρτερώ τον γυρισμό σου.

I await your return.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καρτεράω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/karterao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /karterao/