Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
δρω means to act or take action. It also describes something having an effect, such as a substance or medicine.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | δρω |
| εσύ — you | δρας |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δρα |
| εμείς — we | δρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δρουν, δρούνε |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | δρούσα |
| εσύ — you | δρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δρούσε |
| εμείς — we | δρούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δρούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έδρασα |
| εσύ — you | έδρασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έδρασε |
| εμείς — we | δράσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δράσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έδρασαν, δράσανε |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω δράσει |
| εσύ — you | έχεις δράσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δράσει |
| εμείς — we | έχουμε δράσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δράσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δράσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα δράσει |
| εσύ — you | είχες δράσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δράσει |
| εμείς — we | είχαμε δράσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δράσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δράσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα δρω |
| εσύ — you | θα δρας |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δρα |
| εμείς — we | θα δρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δρουν, δρούνε |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα δράσω |
| εσύ — you | θα δράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δράσει |
| εμείς — we | θα δράσουμε, θα δράσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δράσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δράσει |
| εσύ — you | θα έχεις δράσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δράσει |
| εμείς — we | θα έχουμε δράσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δράσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δράσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να δρω |
| εσύ — you | να δρας |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δρα |
| εμείς — we | να δρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δρουν, δρούνε |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να δράσω |
| εσύ — you | να δράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δράσει |
| εμείς — we | να δράσουμε, να δράσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δράσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω δράσει |
| εσύ — you | να έχεις δράσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δράσει |
| εμείς — we | να έχουμε δράσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δράσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δράσει |
Imperative · Προστακτική
For ongoing action, να δρας / να δράτε can be used. The simple command δράσε has no past-tense augment.
Simple: δράσε (εσύ); δράστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- This is normally intransitive, with no ordinary passive paradigm.
- Write δρουν without an accent; the optional longer form is δρούνε. The simple past is έδρασα, while the command is δράσε.
- δρώντας is the adverbial participle; δρων, δρώσα, δρων is the learned adjectival participle used in expressions such as δρώντες παράγοντες.
Πρέπει να δράσουμε γρήγορα.
We must act quickly.
Δράσε τώρα!
Act now!
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δρω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/dro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →