Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

αποπειρώμαι — to attempt

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αποπειρώμαι — to attempt

A formal deponent verb with passive-looking endings and active meaning. It is normally followed by να + a verb.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αποπειρώμαι
εσύ — you αποπειράσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποπειράται
εμείς — we αποπειρώμεθα (formal)
εσείς — you (plural / polite) αποπειράσθε (formal)
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποπειρώνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I —
εσύ — you —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απεπειράτο (learned)
εμείς — we —
εσείς — you (plural / polite) —
αυτοί / αυτές / αυτά — they απεπειρώντο (learned)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αποπειράθηκα
εσύ — you αποπειράθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποπειράθηκε
εμείς — we αποπειραθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) αποπειραθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποπειράθηκαν, αποπειραθήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω αποπειραθεί
εσύ — you έχεις αποπειραθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αποπειραθεί
εμείς — we έχουμε αποπειραθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε αποπειραθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αποπειραθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα αποπειραθεί
εσύ — you είχες αποπειραθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αποπειραθεί
εμείς — we είχαμε αποπειραθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε αποπειραθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αποπειραθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αποπειρώμαι
εσύ — you θα αποπειράσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποπειράται
εμείς — we θα αποπειρώμεθα (formal)
εσείς — you (plural / polite) θα αποπειράσθε (formal)
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποπειρώνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αποπειραθώ
εσύ — you θα αποπειραθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποπειραθεί
εμείς — we θα αποπειραθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα αποπειραθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποπειραθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω αποπειραθεί
εσύ — you θα έχεις αποπειραθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αποπειραθεί
εμείς — we θα έχουμε αποπειραθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αποπειραθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αποπειραθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αποπειρώμαι
εσύ — you να αποπειράσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποπειράται
εμείς — we να αποπειρώμεθα (formal)
εσείς — you (plural / polite) να αποπειράσθε (formal)
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποπειρώνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αποπειραθώ
εσύ — you να αποπειραθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποπειραθεί
εμείς — we να αποπειραθούμε
εσείς — you (plural / polite) να αποπειραθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποπειραθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω αποπειραθεί
εσύ — you να έχεις αποπειραθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αποπειραθεί
εμείς — we να έχουμε αποπειραθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αποπειραθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αποπειραθεί

Imperative · Προστακτική

Direct commands are uncommon. A natural instruction can use να αποπειραθείς / να αποπειραθείτε; the direct perfective plural form is αποπειραθείτε. For an everyday request to try, prefer προσπάθησε / προσπαθήστε.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Past: αποπειράθηκα; perfect: έχω αποπειραθεί.
  • This formal -ώμαι verb has learned present variants. The tables explicitly label αποπειρώμεθα and αποπειράσθε as formal.
  • The imperfect forms απεπειράτο / απεπειρώντο are learned. Dashes indicate that this learner table does not recommend a full everyday imperfect paradigm. For ordinary ongoing past attempts, προσπαθούσα or επιχειρούσα is clearer.
  • αποπειρώμενος, αποπειρώμενη, αποπειρώμενο — attempting (formal participle); έχοντας αποπειραθεί — having attempted.
  • A negative perfective construction is μην αποπειραθείς / μην αποπειραθείτε.

Αποπειράθηκε να περάσει απαρατήρητος.

He attempted to pass unnoticed.

Έχουν αποπειραθεί να λύσουν το πρόβλημα.

They have attempted to solve the problem.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποπειρώμαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apopeiromai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /apopeiromai/