Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
αποπειρώμαι — to attempt
A formal deponent verb with passive-looking endings and active meaning. It is normally followed by να + a verb.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | αποπειρώμαι |
| εσύ — you | αποπειράσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποπειράται |
| εμείς — we | αποπειρώμεθα (formal) |
| εσείς — you (plural / polite) | αποπειράσθε (formal) |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποπειρώνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | — |
| εσύ — you | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απεπειράτο (learned) |
| εμείς — we | — |
| εσείς — you (plural / polite) | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απεπειρώντο (learned) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | αποπειράθηκα |
| εσύ — you | αποπειράθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποπειράθηκε |
| εμείς — we | αποπειραθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποπειραθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποπειράθηκαν, αποπειραθήκανε |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω αποπειραθεί |
| εσύ — you | έχεις αποπειραθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει αποπειραθεί |
| εμείς — we | έχουμε αποπειραθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε αποπειραθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν αποπειραθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα αποπειραθεί |
| εσύ — you | είχες αποπειραθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε αποπειραθεί |
| εμείς — we | είχαμε αποπειραθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε αποπειραθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν αποπειραθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα αποπειρώμαι |
| εσύ — you | θα αποπειράσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποπειράται |
| εμείς — we | θα αποπειρώμεθα (formal) |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποπειράσθε (formal) |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποπειρώνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα αποπειραθώ |
| εσύ — you | θα αποπειραθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποπειραθεί |
| εμείς — we | θα αποπειραθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποπειραθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποπειραθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω αποπειραθεί |
| εσύ — you | θα έχεις αποπειραθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει αποπειραθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε αποπειραθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε αποπειραθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν αποπειραθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να αποπειρώμαι |
| εσύ — you | να αποπειράσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποπειράται |
| εμείς — we | να αποπειρώμεθα (formal) |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποπειράσθε (formal) |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποπειρώνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να αποπειραθώ |
| εσύ — you | να αποπειραθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποπειραθεί |
| εμείς — we | να αποπειραθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποπειραθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποπειραθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω αποπειραθεί |
| εσύ — you | να έχεις αποπειραθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει αποπειραθεί |
| εμείς — we | να έχουμε αποπειραθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε αποπειραθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν αποπειραθεί |
Imperative · Προστακτική
Direct commands are uncommon. A natural instruction can use να αποπειραθείς / να αποπειραθείτε; the direct perfective plural form is αποπειραθείτε. For an everyday request to try, prefer προσπάθησε / προσπαθήστε.
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: αποπειράθηκα; perfect: έχω αποπειραθεί.
- This formal -ώμαι verb has learned present variants. The tables explicitly label αποπειρώμεθα and αποπειράσθε as formal.
- The imperfect forms απεπειράτο / απεπειρώντο are learned. Dashes indicate that this learner table does not recommend a full everyday imperfect paradigm. For ordinary ongoing past attempts, προσπαθούσα or επιχειρούσα is clearer.
- αποπειρώμενος, αποπειρώμενη, αποπειρώμενο — attempting (formal participle); έχοντας αποπειραθεί — having attempted.
- A negative perfective construction is μην αποπειραθείς / μην αποπειραθείτε.
Αποπειράθηκε να περάσει απαρατήρητος.
He attempted to pass unnoticed.
Έχουν αποπειραθεί να λύσουν το πρόβλημα.
They have attempted to solve the problem.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποπειρώμαι.
https://moderngreekverbs.com/apopeiromai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.