Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
απολογούμαι — to defend myself; to give an account of my actions
A deponent verb: passive-looking endings, active meaning. It often means explaining or justifying oneself, especially in response to an accusation.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | απολογούμαι |
| εσύ — you | απολογείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απολογείται |
| εμείς — we | απολογούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | απολογείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απολογούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | απολογούμουν |
| εσύ — you | απολογούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απολογούνταν |
| εμείς — we | απολογούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | απολογούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απολογούνταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | απολογήθηκα |
| εσύ — you | απολογήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απολογήθηκε |
| εμείς — we | απολογηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | απολογηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απολογήθηκαν, απολογηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω απολογηθεί |
| εσύ — you | έχεις απολογηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει απολογηθεί |
| εμείς — we | έχουμε απολογηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε απολογηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν απολογηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα απολογηθεί |
| εσύ — you | είχες απολογηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε απολογηθεί |
| εμείς — we | είχαμε απολογηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε απολογηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν απολογηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα απολογούμαι |
| εσύ — you | θα απολογείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απολογείται |
| εμείς — we | θα απολογούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απολογείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απολογούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα απολογηθώ |
| εσύ — you | θα απολογηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απολογηθεί |
| εμείς — we | θα απολογηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απολογηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απολογηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω απολογηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις απολογηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει απολογηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε απολογηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε απολογηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν απολογηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να απολογούμαι |
| εσύ — you | να απολογείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απολογείται |
| εμείς — we | να απολογούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απολογείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απολογούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να απολογηθώ |
| εσύ — you | να απολογηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απολογηθεί |
| εμείς — we | να απολογηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απολογηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απολογηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω απολογηθεί |
| εσύ — you | να έχεις απολογηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει απολογηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε απολογηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε απολογηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν απολογηθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | εσύ — singular | εσείς — plural / polite |
|---|---|---|
| Continuous | να απολογείσαι (να-construction) | απολογείστε |
| Simple | απολογήσου | απολογηθείτε |
Negative: μην απολογείσαι / μην απολογηθείς; μην απολογείστε / μην απολογηθείτε.
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The imperfect includes απολογούμουν, απολογούσουν, απολογούμασταν and απολογούσασταν. Formal third-person variants απολογείτο / απολογούντο also occur.
- Past: απολογήθηκα; perfect: έχω απολογηθεί.
- απολογούμενος, απολογούμενη, απολογούμενο — defending oneself / giving an account (formal participle); έχοντας απολογηθεί — having given an account.
- For a simple everyday apology, ζητώ συγγνώμη is usually clearer; απολογούμαι often implies explaining or defending your actions.
Δεν χρειάζεται να απολογείσαι για την επιλογή σου.
You do not need to justify your choice.
Απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του.
He gave an account of his behaviour.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απολογούμαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apologoumai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apologoumai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →