σημαίνω (simaino) — to mean; to signify; to signal

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σημαίνω means to mean, signify, or signal; it can also describe a bell ringing.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σημαίνω
εσύ — you σημαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σημαίνει
εμείς — we σημαίνουμε, σημαίνομε
εσείς — you (plural / polite) σημαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σημαίνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σήμαινα
εσύ — you σήμαινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σήμαινε
εμείς — we σημαίναμε
εσείς — you (plural / polite) σημαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σήμαιναν, σημαίναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σήμανα
εσύ — you σήμανες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σήμανε
εμείς — we σημάναμε
εσείς — you (plural / polite) σημάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σήμαναν, σημάναν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω σημάνει
εσύ — you έχεις σημάνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σημάνει
εμείς — we έχουμε σημάνει
εσείς — you (plural / polite) έχετε σημάνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σημάνει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα σημάνει
εσύ — you είχες σημάνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σημάνει
εμείς — we είχαμε σημάνει
εσείς — you (plural / polite) είχατε σημάνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σημάνει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σημαίνω
εσύ — you θα σημαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σημαίνει
εμείς — we θα σημαίνουμε, θα σημαίνομε
εσείς — you (plural / polite) θα σημαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σημαίνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σημάνω
εσύ — you θα σημάνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σημάνει
εμείς — we θα σημάνουμε, θα σημάνομε
εσείς — you (plural / polite) θα σημάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σημάνουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω σημάνει
εσύ — you θα έχεις σημάνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σημάνει
εμείς — we θα έχουμε σημάνει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σημάνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σημάνει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σημαίνω
εσύ — you να σημαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σημαίνει
εμείς — we να σημαίνουμε, να σημαίνομε
εσείς — you (plural / polite) να σημαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σημαίνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σημάνω
εσύ — you να σημάνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σημάνει
εμείς — we να σημάνουμε, να σημάνομε
εσείς — you (plural / polite) να σημάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σημάνουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω σημάνει
εσύ — you να έχεις σημάνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σημάνει
εμείς — we να έχουμε σημάνει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σημάνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σημάνει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Imperfect: σήμαινα. Perfective: σήμανα / σημάνω / σημάνει. The choice of aspect depends on the sense and context.

Τι σημαίνει αυτή η λέξη;

What does this word mean?

Η καμπάνα σήμανε.

The bell rang.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σημαίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/simaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /simaino/