Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ψήνω means to bake, roast, or grill. ψήνομαι means to be cooked in this way, with additional figurative uses.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ψήνω | ψήνομαι |
| εσύ — you | ψήνεις | ψήνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ψήνει | ψήνεται |
| εμείς — we | ψήνουμε, ψήνομε | ψηνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψήνετε | ψήνεστε, ψηνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ψήνουν(ε) | ψήνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έψηνα | ψηνόμουν(α) |
| εσύ — you | έψηνες | ψηνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έψηνε | ψηνόταν(ε) |
| εμείς — we | ψήναμε | ψηνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ψήνατε | ψηνόσαστε, ψηνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έψηναν, ψήναν(ε) | ψήνονταν, ψηνόντανε, ψηνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έψησα | ψήθηκα |
| εσύ — you | έψησες | ψήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έψησε | ψήθηκε |
| εμείς — we | ψήσαμε | ψηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ψήσατε | ψηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έψησαν, ψήσαν(ε) | ψήθηκαν, ψηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ψήσει | έχω ψηθεί |
| εσύ — you | έχεις ψήσει | έχεις ψηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ψήσει | έχει ψηθεί |
| εμείς — we | έχουμε ψήσει | έχουμε ψηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ψήσει | έχετε ψηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ψήσει | έχουν ψηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ψήσει | είχα ψηθεί |
| εσύ — you | είχες ψήσει | είχες ψηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ψήσει | είχε ψηθεί |
| εμείς — we | είχαμε ψήσει | είχαμε ψηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ψήσει | είχατε ψηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ψήσει | είχαν ψηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψήνω | θα ψήνομαι |
| εσύ — you | θα ψήνεις | θα ψήνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψήνει | θα ψήνεται |
| εμείς — we | θα ψήνουμε | θα ψηνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψήνετε | θα ψήνεστε, θα ψηνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψήνουν | θα ψήνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ψήσω | θα ψηθώ |
| εσύ — you | θα ψήσεις | θα ψηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ψήσει | θα ψηθεί |
| εμείς — we | θα ψήσουμε | θα ψηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ψήσετε | θα ψηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ψήσουν | θα ψηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ψήσει | θα έχω ψηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις ψήσει | θα έχεις ψηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ψήσει | θα έχει ψηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ψήσει | θα έχουμε ψηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ψήσει | θα έχετε ψηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ψήσει | θα έχουν ψηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψήνω | να ψήνομαι |
| εσύ — you | να ψήνεις | να ψήνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψήνει | να ψήνεται |
| εμείς — we | να ψήνουμε | να ψηνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψήνετε | να ψήνεστε, να ψηνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψήνουν | να ψήνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ψήσω | να ψηθώ |
| εσύ — you | να ψήσεις | να ψηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ψήσει | να ψηθεί |
| εμείς — we | να ψήσουμε | να ψηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ψήσετε | να ψηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ψήσουν | να ψηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ψήσει | να έχω ψηθεί |
| εσύ — you | να έχεις ψήσει | να έχεις ψηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ψήσει | να έχει ψηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε ψήσει | να έχουμε ψηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ψήσει | να έχετε ψηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ψήσει | να έχουν ψηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ψήνε / ψήνετε.
Simple: ψήσε (εσύ); ψήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Ψήνω ψωμί.
I am baking bread.
Το φαγητό ψήθηκε.
The food cooked.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ψήνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/psino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/psino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.