Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παρακμάζω means to decline, deteriorate, or lose former prosperity or strength.
Ενεστώτας — Present
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
παρακμάζω |
| εσύ — you |
παρακμάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
παρακμάζει |
| εμείς — we |
παρακμάζουμε, παρακμάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
παρακμάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
παρακμάζουν(ε) |
Παρατατικός — Imperfect
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
παράκμαζα |
| εσύ — you |
παράκμαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
παράκμαζε |
| εμείς — we |
παρακμάζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
παρακμάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
παράκμαζαν, παρακμάζαν(ε) |
Αόριστος — Simple past
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
παράκμασα |
| εσύ — you |
παράκμασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
παράκμασε |
| εμείς — we |
παρακμάσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
παρακμάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
παράκμασαν, παρακμάσαν(ε) |
Παρακείμενος — Present perfect
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω παρακμάσει |
| εσύ — you |
έχεις παρακμάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει παρακμάσει |
| εμείς — we |
έχουμε παρακμάσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε παρακμάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν παρακμάσει |
Υπερσυντέλικος — Past perfect
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα παρακμάσει |
| εσύ — you |
είχες παρακμάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε παρακμάσει |
| εμείς — we |
είχαμε παρακμάσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε παρακμάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν παρακμάσει |
Εξακολουθητικός μέλλοντας — Continuous future
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα παρακμάζω |
| εσύ — you |
θα παρακμάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα παρακμάζει |
| εμείς — we |
θα παρακμάζουμε, θα παρακμάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα παρακμάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα παρακμάζουν(ε) |
Συνοπτικός μέλλοντας — Simple future
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα παρακμάσω |
| εσύ — you |
θα παρακμάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα παρακμάσει |
| εμείς — we |
θα παρακμάσουμε, θα παρακμάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα παρακμάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα παρακμάσουν(ε) |
Συντελεσμένος μέλλοντας — Future perfect
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω παρακμάσει |
| εσύ — you |
θα έχεις παρακμάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει παρακμάσει |
| εμείς — we |
θα έχουμε παρακμάσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε παρακμάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν παρακμάσει |
Υποτακτική εξακολουθητική — Continuous subjunctive
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να παρακμάζω |
| εσύ — you |
να παρακμάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να παρακμάζει |
| εμείς — we |
να παρακμάζουμε, να παρακμάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να παρακμάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να παρακμάζουν(ε) |
Υποτακτική συνοπτική — Simple subjunctive
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να παρακμάσω |
| εσύ — you |
να παρακμάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να παρακμάσει |
| εμείς — we |
να παρακμάσουμε, να παρακμάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να παρακμάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να παρακμάσουν(ε) |
Υποτακτική συντελεσμένη — Perfect subjunctive
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω παρακμάσει |
| εσύ — you |
να έχεις παρακμάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει παρακμάσει |
| εμείς — we |
να έχουμε παρακμάσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε παρακμάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν παρακμάσει |
Μετοχές και χρήση — Participles and usage
- This sense of “decline” does not mean to refuse an invitation. Perfective: παράκμασα, θα παρακμάσω, έχω παρακμάσει.
Η πόλη παράκμασε.
The city declined.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρακμάζω.