ντρέπομαι (ntrepomai) — to be ashamed

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ντρέπομαι means to feel ashamed, embarrassed, or shy.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ντρέπομαι
εσύ — you ντρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ντρέπεται
εμείς — we ντρεπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ντρέπεστε, ντρεπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ντρέπονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ντρεπόμουν(α)
εσύ — you ντρεπόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ντρεπόταν(ε)
εμείς — we ντρεπόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ντρεπόσαστε, ντρεπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ντρέπονταν, ντρεπόντανε, ντρεπόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ντράπηκα
εσύ — you ντράπηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ντράπηκε
εμείς — we ντραπήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ντραπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ντράπηκαν, ντραπήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ντραπεί
εσύ — you έχεις ντραπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ντραπεί
εμείς — we έχουμε ντραπεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ντραπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ντραπεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ντραπεί
εσύ — you είχες ντραπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ντραπεί
εμείς — we είχαμε ντραπεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ντραπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ντραπεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ντρέπομαι
εσύ — you θα ντρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ντρέπεται
εμείς — we θα ντρεπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ντρέπεστε, θα ντρεπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ντρέπονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ντραπώ
εσύ — you θα ντραπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ντραπεί
εμείς — we θα ντραπούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ντραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ντραπούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ντραπεί
εσύ — you θα έχεις ντραπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ντραπεί
εμείς — we θα έχουμε ντραπεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ντραπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ντραπεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ντρέπομαι
εσύ — you να ντρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ντρέπεται
εμείς — we να ντρεπόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ντρέπεστε, να ντρεπόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ντρέπονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ντραπώ
εσύ — you να ντραπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ντραπεί
εμείς — we να ντραπούμε
εσείς — you (plural / polite) να ντραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ντραπούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ντραπεί
εσύ — you να έχεις ντραπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ντραπεί
εμείς — we να έχουμε ντραπεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ντραπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ντραπεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The irregular perfective series is ντράπηκα, θα ντραπώ, έχω ντραπεί. Middle endings express the subject’s feeling.

Ντρέπομαι να ρωτήσω.

I am too embarrassed to ask.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ντρέπομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ntrepomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /ntrepomai/