τρέφω (trefo) — to feed

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τρέφω — to feed; nourish.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τρέφω τρέφομαι
εσύ — you τρέφεις τρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τρέφει τρέφεται
εμείς — we τρέφουμε, τρέφομε τρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τρέφετε τρέφεστε, τρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τρέφουν(ε) τρέφονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έτρεφα τρεφόμουν(α)
εσύ — you έτρεφες τρεφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έτρεφε τρεφόταν(ε)
εμείς — we τρέφαμε τρεφόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τρέφατε τρεφόσαστε, τρεφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έτρεφαν, τρέφαν(ε) τρέφονταν, τρεφόντανε, τρεφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έθρεψα τράφηκα
εσύ — you έθρεψες τράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έθρεψε τράφηκε
εμείς — we θρέψαμε τραφήκαμε
εσείς — you (plural / polite) θρέψατε τραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έθρεψαν, θρέψαν(ε) τράφηκαν, τραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω θρέψει έχω τραφεί
εσύ — you έχεις θρέψει έχεις τραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει θρέψει έχει τραφεί
εμείς — we έχουμε θρέψει έχουμε τραφεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε θρέψει έχετε τραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν θρέψει έχουν τραφεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα θρέψει είχα τραφεί
εσύ — you είχες θρέψει είχες τραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε θρέψει είχε τραφεί
εμείς — we είχαμε θρέψει είχαμε τραφεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε θρέψει είχατε τραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν θρέψει είχαν τραφεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τρέφω θα τρέφομαι
εσύ — you θα τρέφεις θα τρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τρέφει θα τρέφεται
εμείς — we θα τρέφουμε, θα τρέφομε θα τρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τρέφετε θα τρέφεστε, θα τρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τρέφουν(ε) θα τρέφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θρέψω θα τραφώ
εσύ — you θα θρέψεις θα τραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θρέψει θα τραφεί
εμείς — we θα θρέψουμε, θα θρέψομε θα τραφούμε
εσείς — you (plural / polite) θα θρέψετε θα τραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θρέψουν(ε) θα τραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω θρέψει θα έχω τραφεί
εσύ — you θα έχεις θρέψει θα έχεις τραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει θρέψει θα έχει τραφεί
εμείς — we θα έχουμε θρέψει θα έχουμε τραφεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε θρέψει θα έχετε τραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν θρέψει θα έχουν τραφεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τρέφω να τρέφομαι
εσύ — you να τρέφεις να τρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τρέφει να τρέφεται
εμείς — we να τρέφουμε, να τρέφομε να τρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τρέφετε να τρέφεστε, να τρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τρέφουν(ε) να τρέφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θρέψω να τραφώ
εσύ — you να θρέψεις να τραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θρέψει να τραφεί
εμείς — we να θρέψουμε, να θρέψομε να τραφούμε
εσείς — you (plural / polite) να θρέψετε να τραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θρέψουν(ε) να τραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω θρέψει να έχω τραφεί
εσύ — you να έχεις θρέψει να έχεις τραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει θρέψει να έχει τραφεί
εμείς — we να έχουμε θρέψει να έχουμε τραφεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε θρέψει να έχετε τραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν θρέψει να έχουν τραφεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τρέφε (εσύ), τρέφετε (εσείς). Middle: θρέψου, τραφείτε.

Simple: θρέψε (εσύ); θρέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • τρέφομαι με describes feeding on or eating something. The table consistently uses τράφηκα / τραφώ / τραφεί; θράφηκα / θραφώ / θραφεί are also encountered. θρεμμένος, -η, -ο describes a nourished or reared state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τρέφεται κυρίως με λαχανικά.

She eats mainly vegetables.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τρέφω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/trefo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /trefo/