Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
προοδεύω means to make progress or advance.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | προοδεύω |
| εσύ — you | προοδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | προοδεύει |
| εμείς — we | προοδεύουμε, προοδεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) | προοδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | προοδεύουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | προόδευα |
| εσύ — you | προόδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | προόδευε |
| εμείς — we | προοδεύαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | προοδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | προόδευαν, προοδεύαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | προόδευσα, προόδεψα |
| εσύ — you | προόδευσες, προόδεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | προόδευσε, προόδεψε |
| εμείς — we | προοδεύσαμε, προοδέψαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | προοδεύσατε, προοδέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | προόδευσαν, προοδεύσαν(ε), προόδεψαν, προοδέψαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω προοδεύσει |
| εσύ — you | έχεις προοδεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει προοδεύσει |
| εμείς — we | έχουμε προοδεύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε προοδεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν προοδεύσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα προοδεύσει |
| εσύ — you | είχες προοδεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε προοδεύσει |
| εμείς — we | είχαμε προοδεύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε προοδεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν προοδεύσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα προοδεύω |
| εσύ — you | θα προοδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα προοδεύει |
| εμείς — we | θα προοδεύουμε, θα προοδεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα προοδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα προοδεύουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα προοδεύσω, θα προοδέψω |
| εσύ — you | θα προοδεύσεις, θα προοδέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα προοδεύσει, θα προοδέψει |
| εμείς — we | θα προοδεύσουμε, θα προοδεύσομε, θα προοδέψουμε, θα προοδέψομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα προοδεύσετε, θα προοδέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα προοδεύσουν(ε), θα προοδέψουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω προοδεύσει |
| εσύ — you | θα έχεις προοδεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει προοδεύσει |
| εμείς — we | θα έχουμε προοδεύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε προοδεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν προοδεύσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να προοδεύω |
| εσύ — you | να προοδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να προοδεύει |
| εμείς — we | να προοδεύουμε, να προοδεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να προοδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να προοδεύουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να προοδεύσω, να προοδέψω |
| εσύ — you | να προοδεύσεις, να προοδέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να προοδεύσει, να προοδέψει |
| εμείς — we | να προοδεύσουμε, να προοδεύσομε, να προοδέψουμε, να προοδέψομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να προοδεύσετε, να προοδέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να προοδεύσουν(ε), να προοδέψουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω προοδεύσει |
| εσύ — you | να έχεις προοδεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει προοδεύσει |
| εμείς — we | να έχουμε προοδεύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε προοδεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν προοδεύσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: προόδευε / προοδεύετε.
Simple: προόδευσε, προόδεψε (εσύ); προοδεύστε, προοδέψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Both -ευσ- and -εψ- perfective series occur. Compound tenses here consistently use προοδεύσει.
Προοδεύω στα ελληνικά.
I am making progress in Greek.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προοδεύω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/proodeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/proodeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.