Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

προοδεύω — to progress

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

προοδεύω means to make progress or advance.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I προοδεύω
εσύ — you προοδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προοδεύει
εμείς — we προοδεύουμε, προοδεύομε
εσείς — you (plural / polite) προοδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προοδεύουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I προόδευα
εσύ — you προόδευες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προόδευε
εμείς — we προοδεύαμε
εσείς — you (plural / polite) προοδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προόδευαν, προοδεύαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I προόδευσα, προόδεψα
εσύ — you προόδευσες, προόδεψες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προόδευσε, προόδεψε
εμείς — we προοδεύσαμε, προοδέψαμε
εσείς — you (plural / polite) προοδεύσατε, προοδέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προόδευσαν, προοδεύσαν(ε), προόδεψαν, προοδέψαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω προοδεύσει
εσύ — you έχεις προοδεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει προοδεύσει
εμείς — we έχουμε προοδεύσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε προοδεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν προοδεύσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα προοδεύσει
εσύ — you είχες προοδεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε προοδεύσει
εμείς — we είχαμε προοδεύσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε προοδεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν προοδεύσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα προοδεύω
εσύ — you θα προοδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προοδεύει
εμείς — we θα προοδεύουμε, θα προοδεύομε
εσείς — you (plural / polite) θα προοδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προοδεύουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα προοδεύσω, θα προοδέψω
εσύ — you θα προοδεύσεις, θα προοδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προοδεύσει, θα προοδέψει
εμείς — we θα προοδεύσουμε, θα προοδεύσομε, θα προοδέψουμε, θα προοδέψομε
εσείς — you (plural / polite) θα προοδεύσετε, θα προοδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προοδεύσουν(ε), θα προοδέψουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω προοδεύσει
εσύ — you θα έχεις προοδεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει προοδεύσει
εμείς — we θα έχουμε προοδεύσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε προοδεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν προοδεύσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να προοδεύω
εσύ — you να προοδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προοδεύει
εμείς — we να προοδεύουμε, να προοδεύομε
εσείς — you (plural / polite) να προοδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προοδεύουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να προοδεύσω, να προοδέψω
εσύ — you να προοδεύσεις, να προοδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προοδεύσει, να προοδέψει
εμείς — we να προοδεύσουμε, να προοδεύσομε, να προοδέψουμε, να προοδέψομε
εσείς — you (plural / polite) να προοδεύσετε, να προοδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προοδεύσουν(ε), να προοδέψουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω προοδεύσει
εσύ — you να έχεις προοδεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει προοδεύσει
εμείς — we να έχουμε προοδεύσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε προοδεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν προοδεύσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: προόδευε / προοδεύετε.

Simple: προόδευσε, προόδεψε (εσύ); προοδεύστε, προοδέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Both -ευσ- and -εψ- perfective series occur. Compound tenses here consistently use προοδεύσει.

Προοδεύω στα ελληνικά.

I am making progress in Greek.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προοδεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/proodeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /proodeuo/