Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παρελαύνω means to march in a parade or pass in procession.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | παρελαύνω |
| εσύ — you | παρελαύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρελαύνει |
| εμείς — we | παρελαύνουμε, παρελαύνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρελαύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρελαύνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | παρέλαυνα, παρήλαυνα |
| εσύ — you | παρέλαυνες, παρήλαυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρέλαυνε, παρήλαυνε |
| εμείς — we | παρελαύναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρελαύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρέλαυναν, παρελαύναν(ε), παρήλαυναν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | παρέλασα, παρήλασα |
| εσύ — you | παρέλασες, παρήλασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρέλασε, παρήλασε |
| εμείς — we | παρελάσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρελάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρέλασαν, παρελάσαν(ε), παρήλασαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω παρελάσει |
| εσύ — you | έχεις παρελάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παρελάσει |
| εμείς — we | έχουμε παρελάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παρελάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παρελάσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα παρελάσει |
| εσύ — you | είχες παρελάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παρελάσει |
| εμείς — we | είχαμε παρελάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παρελάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παρελάσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα παρελαύνω |
| εσύ — you | θα παρελαύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρελαύνει |
| εμείς — we | θα παρελαύνουμε, θα παρελαύνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρελαύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρελαύνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα παρελάσω |
| εσύ — you | θα παρελάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρελάσει |
| εμείς — we | θα παρελάσουμε, θα παρελάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρελάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρελάσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παρελάσει |
| εσύ — you | θα έχεις παρελάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παρελάσει |
| εμείς — we | θα έχουμε παρελάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παρελάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παρελάσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να παρελαύνω |
| εσύ — you | να παρελαύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρελαύνει |
| εμείς — we | να παρελαύνουμε, να παρελαύνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρελαύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρελαύνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να παρελάσω |
| εσύ — you | να παρελάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρελάσει |
| εμείς — we | να παρελάσουμε, να παρελάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρελάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρελάσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω παρελάσει |
| εσύ — you | να έχεις παρελάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παρελάσει |
| εμείς — we | να έχουμε παρελάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παρελάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παρελάσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: παρέλαυνε / παρελαύνετε.
Simple: παρέλασε (εσύ); παρελάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past variants include παρέλαυνα / παρήλαυνα and παρέλασα / παρήλασα. Perfective nonpast: θα παρελάσω; perfect: έχω παρελάσει.
Οι μαθητές παρέλασαν στην πλατεία.
The pupils marched in the parade in the square.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρελαύνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/parelauno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/parelauno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.