Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γαρνίρω — to garnish

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γαρνίρω — to garnish.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γαρνίρω γαρνίρομαι
εσύ — you γαρνίρεις γαρνίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γαρνίρει γαρνίρεται
εμείς — we γαρνίρουμε, γαρνίρομε γαρνιριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) γαρνίρετε γαρνίρεστε, γαρνιριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γαρνίρουν(ε) γαρνίρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γαρνίριζα, γάρνιρα γαρνιριζόμουν(α)
εσύ — you γαρνίριζες, γάρνιρες γαρνιριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γαρνίριζε, γάρνιρε γαρνιριζόταν(ε)
εμείς — we γαρνίραμε, γαρνιρίζαμε γαρνιριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) γαρνίρατε, γαρνιρίζατε γαρνιριζόσαστε, γαρνιριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they γαρνίριζαν, γαρνίραν(ε) γαρνίρονταν, γαρνιριζόντανε, γαρνιριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γαρνίρισα γαρνιρίστηκα
εσύ — you γαρνίρισες γαρνιρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γαρνίρισε γαρνιρίστηκε
εμείς — we γαρνίραμε, γαρνιρίσαμε γαρνιριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) γαρνίρατε, γαρνιρίσατε γαρνιριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γαρνίρισαν, γαρνίραν(ε) γαρνιρίστηκαν, γαρνιριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω γαρνίρει έχω γαρνιριστεί
εσύ — you έχεις γαρνίρει έχεις γαρνιριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γαρνίρει έχει γαρνιριστεί
εμείς — we έχουμε γαρνίρει έχουμε γαρνιριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε γαρνίρει έχετε γαρνιριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γαρνίρει έχουν γαρνιριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα γαρνίρει είχα γαρνιριστεί
εσύ — you είχες γαρνίρει είχες γαρνιριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γαρνίρει είχε γαρνιριστεί
εμείς — we είχαμε γαρνίρει είχαμε γαρνιριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε γαρνίρει είχατε γαρνιριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γαρνίρει είχαν γαρνιριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γαρνίρω θα γαρνίρομαι
εσύ — you θα γαρνίρεις θα γαρνίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γαρνίρει θα γαρνίρεται
εμείς — we θα γαρνίρουμε, θα γαρνίρομε θα γαρνιριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα γαρνίρετε θα γαρνίρεστε, θα γαρνιριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γαρνίρουν(ε) θα γαρνίρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γαρνίρω θα γαρνιριστώ
εσύ — you θα γαρνίρεις θα γαρνιριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γαρνίρει θα γαρνιριστεί
εμείς — we θα γαρνίρουμε, θα γαρνίρομε θα γαρνιριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα γαρνίρετε θα γαρνιριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γαρνίρουν(ε) θα γαρνιριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω γαρνίρει θα έχω γαρνιριστεί
εσύ — you θα έχεις γαρνίρει θα έχεις γαρνιριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γαρνίρει θα έχει γαρνιριστεί
εμείς — we θα έχουμε γαρνίρει θα έχουμε γαρνιριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γαρνίρει θα έχετε γαρνιριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γαρνίρει θα έχουν γαρνιριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γαρνίρω να γαρνίρομαι
εσύ — you να γαρνίρεις να γαρνίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γαρνίρει να γαρνίρεται
εμείς — we να γαρνίρουμε, να γαρνίρομε να γαρνιριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να γαρνίρετε να γαρνίρεστε, να γαρνιριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γαρνίρουν(ε) να γαρνίρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γαρνίρω να γαρνιριστώ
εσύ — you να γαρνίρεις να γαρνιριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γαρνίρει να γαρνιριστεί
εμείς — we να γαρνίρουμε, να γαρνίρομε να γαρνιριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να γαρνίρετε να γαρνιριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γαρνίρουν(ε) να γαρνιριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω γαρνίρει να έχω γαρνιριστεί
εσύ — you να έχεις γαρνίρει να έχεις γαρνιριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γαρνίρει να έχει γαρνιριστεί
εμείς — we να έχουμε γαρνίρει να έχουμε γαρνιριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γαρνίρει να έχετε γαρνιριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γαρνίρει να έχουν γαρνιριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous γαρνίριζε γαρνίρετε, γαρνιρίζετε — —
Simple γάρνιρε, γαρνίρισε γαρνίρετε, γαρνιρίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active nonpast forms can serve both continuing and completed readings. Past variants with -ιζα and -ισα can make the aspect distinction explicit. Passive forms are chiefly used of the food or item being decorated.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Γαρνίρετε τη σαλάτα με μαϊντανό.

Garnish the salad with parsley.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γαρνίρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/garniro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /garniro/