φοράω (forao) — to wear

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φοράω — to wear.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φοράω, φορώ φοριέμαι
εσύ — you φοράς φοριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φοράει, φορά φοριέται
εμείς — we φοράμε, φορούμε φοριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φοράτε φοριέστε, φοριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φοράν(ε), φορούν(ε) φοριούνται, φοριόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φορούσα, φόραγα φοριόμουν(α)
εσύ — you φορούσες, φόραγες φοριόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φορούσε, φόραγε φοριόταν(ε)
εμείς — we φορούσαμε, φοράγαμε φοριόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φορούσατε, φοράγατε φοριόσαστε, φοριόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they φορούσαν(ε), φόραγαν, φοράγανε φοριόνταν(ε), φοριούνταν, φοριόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φόρεσα φορέθηκα
εσύ — you φόρεσες φορέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φόρεσε φορέθηκε
εμείς — we φορέσαμε φορεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φορέσατε φορεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φόρεσαν, φορέσαν(ε) φορέθηκαν, φορεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φορέσει έχω φορεθεί
εσύ — you έχεις φορέσει έχεις φορεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φορέσει έχει φορεθεί
εμείς — we έχουμε φορέσει έχουμε φορεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φορέσει έχετε φορεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φορέσει έχουν φορεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φορέσει είχα φορεθεί
εσύ — you είχες φορέσει είχες φορεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φορέσει είχε φορεθεί
εμείς — we είχαμε φορέσει είχαμε φορεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φορέσει είχατε φορεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φορέσει είχαν φορεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φοράω, θα φορώ θα φοριέμαι
εσύ — you θα φοράς θα φοριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φοράει, θα φορά θα φοριέται
εμείς — we θα φοράμε, θα φορούμε θα φοριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φοράτε θα φοριέστε, θα φοριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φοράν(ε), θα φορούν(ε) θα φοριούνται, θα φοριόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φορέσω θα φορεθώ
εσύ — you θα φορέσεις θα φορεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φορέσει θα φορεθεί
εμείς — we θα φορέσουμε, θα φορέσομε θα φορεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φορέσετε θα φορεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φορέσουν(ε) θα φορεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φορέσει θα έχω φορεθεί
εσύ — you θα έχεις φορέσει θα έχεις φορεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φορέσει θα έχει φορεθεί
εμείς — we θα έχουμε φορέσει θα έχουμε φορεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φορέσει θα έχετε φορεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φορέσει θα έχουν φορεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φοράω, να φορώ να φοριέμαι
εσύ — you να φοράς να φοριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φοράει, να φορά να φοριέται
εμείς — we να φοράμε, να φορούμε να φοριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φοράτε να φοριέστε, να φοριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φοράν(ε), να φορούν(ε) να φοριούνται, να φοριόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φορέσω να φορεθώ
εσύ — you να φορέσεις να φορεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φορέσει να φορεθεί
εμείς — we να φορέσουμε, να φορέσομε να φορεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να φορέσετε να φορεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φορέσουν(ε) να φορεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φορέσει να έχω φορεθεί
εσύ — you να έχεις φορέσει να έχεις φορεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φορέσει να έχει φορεθεί
εμείς — we να έχουμε φορέσει να έχουμε φορεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φορέσει να έχετε φορεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φορέσει να έχουν φορεθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φόρα, φόραγε φοράτε — —
Simple φόρεσε φορέστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φοράω / φορώ means to wear. Φοριέμαι normally describes clothing being worn; ντύνομαι describes a person getting dressed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Φοράω ένα μπλε πουκάμισο.

I am wearing a blue shirt.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φοράω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/forao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /forao/