διακόπτω (diakopto) — to interrupt, stop, discontinue

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διακόπτω means “to interrupt,” “to stop” or “to discontinue.” Passive διακόπτομαι means “to be interrupted / cut off.”

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διακόπτω διακόπτομαι
εσύ — you διακόπτεις διακόπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διακόπτει διακόπτεται
εμείς — we διακόπτουμε, διακόπτομε διακοπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διακόπτετε διακόπτεστε, διακοπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διακόπτουν(ε) διακόπτονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέκοπτα διακοπτόμουν(α)
εσύ — you διέκοπτες διακοπτόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέκοπτε διακοπτόταν(ε)
εμείς — we διακόπταμε διακοπτόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διακόπτατε διακοπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέκοπταν, διακόπταν(ε) διακόπτονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέκοψα διακόπηκα
εσύ — you διέκοψες διακόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέκοψε διακόπηκε
εμείς — we διακόψαμε διακοπήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διακόψατε διακοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέκοψαν, διακόψαν(ε) διακόπηκαν, διακοπήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διακόψει έχω διακοπεί
εσύ — you έχεις διακόψει έχεις διακοπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διακόψει έχει διακοπεί
εμείς — we έχουμε διακόψει έχουμε διακοπεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διακόψει έχετε διακοπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διακόψει έχουν διακοπεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διακόψει είχα διακοπεί
εσύ — you είχες διακόψει είχες διακοπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διακόψει είχε διακοπεί
εμείς — we είχαμε διακόψει είχαμε διακοπεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διακόψει είχατε διακοπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διακόψει είχαν διακοπεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διακόπτω θα διακόπτομαι
εσύ — you θα διακόπτεις θα διακόπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διακόπτει θα διακόπτεται
εμείς — we θα διακόπτουμε, θα διακόπτομε θα διακοπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διακόπτετε θα διακόπτεστε, θα διακοπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διακόπτουν(ε) θα διακόπτονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διακόψω θα διακοπώ
εσύ — you θα διακόψεις θα διακοπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διακόψει θα διακοπεί
εμείς — we θα διακόψουμε, θα διακόψομε θα διακοπούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διακόψετε θα διακοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διακόψουν(ε) θα διακοπούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διακόψει θα έχω διακοπεί
εσύ — you θα έχεις διακόψει θα έχεις διακοπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διακόψει θα έχει διακοπεί
εμείς — we θα έχουμε διακόψει θα έχουμε διακοπεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διακόψει θα έχετε διακοπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διακόψει θα έχουν διακοπεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διακόπτω να διακόπτομαι
εσύ — you να διακόπτεις να διακόπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διακόπτει να διακόπτεται
εμείς — we να διακόπτουμε, να διακόπτομε να διακοπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διακόπτετε να διακόπτεστε, να διακοπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διακόπτουν(ε) να διακόπτονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διακόψω να διακοπώ
εσύ — you να διακόψεις να διακοπείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διακόψει να διακοπεί
εμείς — we να διακόψουμε, να διακόψομε να διακοπούμε
εσείς — you (plural / polite) να διακόψετε να διακοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διακόψουν(ε) να διακοπούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διακόψει να έχω διακοπεί
εσύ — you να έχεις διακόψει να έχεις διακοπεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διακόψει να έχει διακοπεί
εμείς — we να έχουμε διακόψει να έχουμε διακοπεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διακόψει να έχετε διακοπεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διακόψει να έχουν διακοπεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: διάκοπτε (εσύ); διακόπτετε (εσείς). Passive commands are uncommon.

Simple: διάκοψε (εσύ); διακόψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Distinguish διέκοψε (he / she interrupted) from διάκοψε (interrupt / stop!). The imperative does not take the past-tense augment.
  • The active perfective stem is διακόψ-; the passive perfective series is διακόπηκα, διακοπώ, έχω διακοπεί.
  • Present participle: διακόπτοντας. Passive present participle: διακοπτόμενος, διακοπτόμενη, διακοπτόμενο. Result participle: διακεκομμένος, διακεκομμένη, διακεκομμένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μη με διακόπτεις όταν μιλάω.

Do not interrupt me when I am speaking.

Η σύνδεση διακόπηκε ξαφνικά.

The connection was suddenly cut off.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διακόπτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diakopto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /diakopto/