εκμυστηρεύομαι (ekmustireuomai) — to confide

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εκμυστηρεύομαι means to confide or disclose something privately to someone. The information is the direct object; the recipient is commonly introduced with σε.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εκμυστηρεύομαι
εσύ — you εκμυστηρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκμυστηρεύεται
εμείς — we εκμυστηρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εκμυστηρεύεστε, εκμυστηρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκμυστηρεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εκμυστηρευόμουν(α)
εσύ — you εκμυστηρευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκμυστηρευόταν(ε)
εμείς — we εκμυστηρευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εκμυστηρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκμυστηρεύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I εκμυστηρεύτηκα, εκμυστηρεύθηκα
εσύ — you εκμυστηρεύτηκες, εκμυστηρεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εκμυστηρεύτηκε, εκμυστηρεύθηκε
εμείς — we εκμυστηρευτήκαμε, εκμυστηρευθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εκμυστηρευτήκατε, εκμυστηρευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εκμυστηρεύτηκαν, εκμυστηρευθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω εκμυστηρευτεί
εσύ — you έχεις εκμυστηρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εκμυστηρευτεί
εμείς — we έχουμε εκμυστηρευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εκμυστηρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εκμυστηρευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα εκμυστηρευτεί
εσύ — you είχες εκμυστηρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εκμυστηρευτεί
εμείς — we είχαμε εκμυστηρευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εκμυστηρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εκμυστηρευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εκμυστηρεύομαι
εσύ — you θα εκμυστηρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκμυστηρεύεται
εμείς — we θα εκμυστηρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εκμυστηρεύεστε, θα εκμυστηρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκμυστηρεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα εκμυστηρευτώ, θα εκμυστηρευθώ
εσύ — you θα εκμυστηρευτείς, θα εκμυστηρευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εκμυστηρευτεί, θα εκμυστηρευθεί
εμείς — we θα εκμυστηρευτούμε, θα εκμυστηρευθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εκμυστηρευτείτε, θα εκμυστηρευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εκμυστηρευτούν(ε), θα εκμυστηρευθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω εκμυστηρευτεί
εσύ — you θα έχεις εκμυστηρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εκμυστηρευτεί
εμείς — we θα έχουμε εκμυστηρευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εκμυστηρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εκμυστηρευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εκμυστηρεύομαι
εσύ — you να εκμυστηρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκμυστηρεύεται
εμείς — we να εκμυστηρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εκμυστηρεύεστε, να εκμυστηρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκμυστηρεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να εκμυστηρευτώ, να εκμυστηρευθώ
εσύ — you να εκμυστηρευτείς, να εκμυστηρευθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εκμυστηρευτεί, να εκμυστηρευθεί
εμείς — we να εκμυστηρευτούμε, να εκμυστηρευθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εκμυστηρευτείτε, να εκμυστηρευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εκμυστηρευτούν(ε), να εκμυστηρευθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω εκμυστηρευτεί
εσύ — you να έχεις εκμυστηρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εκμυστηρευτεί
εμείς — we να έχουμε εκμυστηρευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εκμυστηρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εκμυστηρευτεί

Imperative · Προστακτική

For ongoing action, να εκμυστηρεύεσαι / να εκμυστηρεύεστε can be used.

Simple: εκμυστηρεύσου (εσύ); εκμυστηρευτείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • This is normally active in meaning despite its middle endings. έχω εκμυστηρευτεί means “I have confided”.
  • εκμυστηρευθεί and past εκμυστηρεύθηκα are more formal alternatives to εκμυστηρευτεί / εκμυστηρεύτηκα.
  • εκμυστηρευόμενος, -η, -ο describes the person confiding.

Μου εκμυστηρεύτηκε το μυστικό της.

She confided her secret to me.

Εκμυστηρεύσου τις ανησυχίες σου σε κάποιον που εμπιστεύεσαι.

Confide your worries to someone you trust.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εκμυστηρεύομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ekmustireuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ekmustireuomai/