διανέμω (dianemo) — to distribute

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διανέμω means “to distribute” or “to hand out,” often in a formal or organised context. The everyday alternative is μοιράζω.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διανέμω διανέμομαι
εσύ — you διανέμεις διανέμεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διανέμει διανέμεται
εμείς — we διανέμουμε, διανέμομε διανεμόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διανέμετε διανέμεστε, διανεμόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διανέμουν(ε) διανέμονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διένεμα διανεμόμουν(α)
εσύ — you διένεμες διανεμόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διένεμε διανεμόταν(ε)
εμείς — we διανέμαμε διανεμόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διανέματε διανεμόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διένεμαν, διανέμαν(ε) διανέμονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διένειμα διανεμήθηκα
εσύ — you διένειμες διανεμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διένειμε διανεμήθηκε
εμείς — we διανείμαμε διανεμηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διανείματε διανεμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διένειμαν, διανείμαν(ε) διανεμήθηκαν, διανεμηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διανείμει έχω διανεμηθεί
εσύ — you έχεις διανείμει έχεις διανεμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διανείμει έχει διανεμηθεί
εμείς — we έχουμε διανείμει έχουμε διανεμηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διανείμει έχετε διανεμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διανείμει έχουν διανεμηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διανείμει είχα διανεμηθεί
εσύ — you είχες διανείμει είχες διανεμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διανείμει είχε διανεμηθεί
εμείς — we είχαμε διανείμει είχαμε διανεμηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διανείμει είχατε διανεμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διανείμει είχαν διανεμηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διανέμω θα διανέμομαι
εσύ — you θα διανέμεις θα διανέμεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διανέμει θα διανέμεται
εμείς — we θα διανέμουμε, θα διανέμομε θα διανεμόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διανέμετε θα διανέμεστε, θα διανεμόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διανέμουν(ε) θα διανέμονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διανείμω θα διανεμηθώ
εσύ — you θα διανείμεις θα διανεμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διανείμει θα διανεμηθεί
εμείς — we θα διανείμουμε, θα διανείμομε θα διανεμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διανείμετε θα διανεμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διανείμουν(ε) θα διανεμηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διανείμει θα έχω διανεμηθεί
εσύ — you θα έχεις διανείμει θα έχεις διανεμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διανείμει θα έχει διανεμηθεί
εμείς — we θα έχουμε διανείμει θα έχουμε διανεμηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διανείμει θα έχετε διανεμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διανείμει θα έχουν διανεμηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διανέμω να διανέμομαι
εσύ — you να διανέμεις να διανέμεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διανέμει να διανέμεται
εμείς — we να διανέμουμε, να διανέμομε να διανεμόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διανέμετε να διανέμεστε, να διανεμόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διανέμουν(ε) να διανέμονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διανείμω να διανεμηθώ
εσύ — you να διανείμεις να διανεμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διανείμει να διανεμηθεί
εμείς — we να διανείμουμε, να διανείμομε να διανεμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διανείμετε να διανεμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διανείμουν(ε) να διανεμηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διανείμει να έχω διανεμηθεί
εσύ — you να έχεις διανείμει να έχεις διανεμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διανείμει να έχει διανεμηθεί
εμείς — we να έχουμε διανείμει να έχουμε διανεμηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διανείμει να έχετε διανεμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διανείμει να έχουν διανεμηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: διάνεμε (εσύ); διανέμετε (εσείς). Passive commands are uncommon.

Simple: διάνειμε (εσύ); διανείμετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The imperfect is διένεμα; the aorist is διένειμα. The perfective non-past uses διανείμω, while the passive uses διανεμηθώ.
  • Present participle: διανέμοντας. Passive present participle: διανεμόμενος, διανεμόμενη, διανεμόμενο. Result participle: διανεμημένος, διανεμημένη, διανεμημένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Οι εθελοντές διένειμαν τρόφιμα στους κατοίκους.

The volunteers distributed food to the residents.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διανέμω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dianemo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /dianemo/