τρώω (troo) — to eat

Everyday Greek · Core 100

τρώω: core forms & usage

to eat

Remember τρώω → έφαγα → θα φάω. In the plural, φάγαμε has no initial έ-.

Τρώμε μαζί κάθε Κυριακή.

We eat together every Sunday.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iτρώω
you (singular)τρως
he / she / itτρώει
weτρώμε
you (plural or polite)τρώτε
theyτρώνε, τρων

Imperfect

PersonForms
Iέτρωγα
you (singular)έτρωγες
he / she / itέτρωγε
weτρώγαμε
you (plural or polite)τρώγατε
theyέτρωγαν, τρώγαν, τρώγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iέφαγα
you (singular)έφαγες
he / she / itέφαγε
weφάγαμε
you (plural or polite)φάγατε
theyέφαγαν, φάγαν, φάγανε

Simple future

PersonForms
Iθα φάω
you (singular)θα φας
he / she / itθα φάει
weθα φάμε
you (plural or polite)θα φάτε
theyθα φάνε, θα φαν

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Τρώμε μαζί κάθε Κυριακή.

We eat together every Sunday.

Κάθε Κυριακή makes the repeated meaning clear. The Greek present can express both a habit, “we eat”, and an action in progress, “we are eating”.

τρώω — to eat.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τρώω τρώγομαι
εσύ — you τρως τρώγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τρώει τρώγεται
εμείς — we τρώμε τρωγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τρώτε τρώγεστε, τρωγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τρώνε, τρων τρώγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έτρωγα τρωγόμουν(α)
εσύ — you έτρωγες τρωγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έτρωγε τρωγόταν(ε)
εμείς — we τρώγαμε τρωγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τρώγατε τρωγόσαστε, τρωγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έτρωγαν, τρώγαν(ε) τρώγονταν, τρωγόντανε, τρωγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφαγα φαγώθηκα
εσύ — you έφαγες φαγώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφαγε φαγώθηκε
εμείς — we φάγαμε φαγωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φάγατε φαγωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφαγαν, φάγαν(ε) φαγώθηκαν, φαγωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φάει έχω φαγωθεί
εσύ — you έχεις φάει έχεις φαγωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φάει έχει φαγωθεί
εμείς — we έχουμε φάει έχουμε φαγωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φάει έχετε φαγωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φάει έχουν φαγωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φάει είχα φαγωθεί
εσύ — you είχες φάει είχες φαγωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φάει είχε φαγωθεί
εμείς — we είχαμε φάει είχαμε φαγωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φάει είχατε φαγωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φάει είχαν φαγωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τρώω θα τρώγομαι
εσύ — you θα τρως θα τρώγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τρώει θα τρώγεται
εμείς — we θα τρώμε θα τρωγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τρώτε θα τρώγεστε, θα τρωγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τρώνε, θα τρων θα τρώγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φάω θα φαγωθώ
εσύ — you θα φας θα φαγωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φάει θα φαγωθεί
εμείς — we θα φάμε θα φαγωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φάτε θα φαγωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φάνε, θα φαν θα φαγωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φάει θα έχω φαγωθεί
εσύ — you θα έχεις φάει θα έχεις φαγωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φάει θα έχει φαγωθεί
εμείς — we θα έχουμε φάει θα έχουμε φαγωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φάει θα έχετε φαγωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φάει θα έχουν φαγωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τρώω να τρώγομαι
εσύ — you να τρως να τρώγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τρώει να τρώγεται
εμείς — we να τρώμε να τρωγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τρώτε να τρώγεστε, να τρωγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τρώνε, να τρων να τρώγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φάω να φαγωθώ
εσύ — you να φας να φαγωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φάει να φαγωθεί
εμείς — we να φάμε να φαγωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να φάτε να φαγωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φάνε, να φαν να φαγωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φάει να έχω φαγωθεί
εσύ — you να έχεις φάει να έχεις φαγωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φάει να έχει φαγωθεί
εμείς — we να έχουμε φάει να έχουμε φαγωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φάει να έχετε φαγωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φάει να έχουν φαγωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τρώγε (εσύ), τρώτε (εσείς).

Simple: φάε (εσύ); φάτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The irregular perfective stem is φαγ-/φα-: έφαγα, θα φάω, έχω φάει. τρώγω is a present variant. τρώγεται can mean is edible; figurative middle uses include quarrelling with each other. φαγωμένος, -η, -ο describes something eaten or worn away.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Έχω ήδη φάει.

I have already eaten.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τρώω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/troo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /troo/