Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

μεταφέρω — to transport; to transfer; to convey

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μεταφέρω means to transport, transfer, or convey something. μεταφέρομαι means to be transferred or transported.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μεταφέρω μεταφέρομαι
εσύ — you μεταφέρεις μεταφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μεταφέρει μεταφέρεται
εμείς — we μεταφέρουμε, μεταφέρομε μεταφερόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μεταφέρετε μεταφέρεστε, μεταφερόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μεταφέρουν(ε) μεταφέρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετέφερα, μετάφερα μεταφερόμουν(α)
εσύ — you μετέφερες, μετάφερες μεταφερόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετέφερε, μετάφερε μεταφερόταν(ε)
εμείς — we μεταφέραμε μεταφερόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μεταφέρατε μεταφερόσαστε, μεταφερόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετέφεραν, μετάφεραν, μεταφέραν(ε) μεταφέρονταν, μεταφερόντανε, μεταφερόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετέφερα, μετάφερα μεταφέρθηκα
εσύ — you μετέφερες, μετάφερες μεταφέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετέφερε, μετάφερε μεταφέρθηκε
εμείς — we μεταφέραμε μεταφερθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μεταφέρατε μεταφερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετέφεραν, μετάφεραν, μεταφέραν(ε) μεταφέρθηκαν, μεταφερθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μεταφέρει έχω μεταφερθεί
εσύ — you έχεις μεταφέρει έχεις μεταφερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μεταφέρει έχει μεταφερθεί
εμείς — we έχουμε μεταφέρει έχουμε μεταφερθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μεταφέρει έχετε μεταφερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μεταφέρει έχουν μεταφερθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μεταφέρει είχα μεταφερθεί
εσύ — you είχες μεταφέρει είχες μεταφερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μεταφέρει είχε μεταφερθεί
εμείς — we είχαμε μεταφέρει είχαμε μεταφερθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μεταφέρει είχατε μεταφερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μεταφέρει είχαν μεταφερθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μεταφέρω θα μεταφέρομαι
εσύ — you θα μεταφέρεις θα μεταφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταφέρει θα μεταφέρεται
εμείς — we θα μεταφέρουμε, θα μεταφέρομε θα μεταφερόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταφέρετε θα μεταφέρεστε, θα μεταφερόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταφέρουν(ε) θα μεταφέρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μεταφέρω θα μεταφερθώ
εσύ — you θα μεταφέρεις θα μεταφερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταφέρει θα μεταφερθεί
εμείς — we θα μεταφέρουμε, θα μεταφέρομε θα μεταφερθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταφέρετε θα μεταφερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταφέρουν(ε) θα μεταφερθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μεταφέρει θα έχω μεταφερθεί
εσύ — you θα έχεις μεταφέρει θα έχεις μεταφερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μεταφέρει θα έχει μεταφερθεί
εμείς — we θα έχουμε μεταφέρει θα έχουμε μεταφερθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μεταφέρει θα έχετε μεταφερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μεταφέρει θα έχουν μεταφερθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μεταφέρω να μεταφέρομαι
εσύ — you να μεταφέρεις να μεταφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταφέρει να μεταφέρεται
εμείς — we να μεταφέρουμε, να μεταφέρομε να μεταφερόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μεταφέρετε να μεταφέρεστε, να μεταφερόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταφέρουν(ε) να μεταφέρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μεταφέρω να μεταφερθώ
εσύ — you να μεταφέρεις να μεταφερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταφέρει να μεταφερθεί
εμείς — we να μεταφέρουμε, να μεταφέρομε να μεταφερθούμε
εσείς — you (plural / polite) να μεταφέρετε να μεταφερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταφέρουν(ε) να μεταφερθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μεταφέρει να έχω μεταφερθεί
εσύ — you να έχεις μεταφέρει να έχεις μεταφερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μεταφέρει να έχει μεταφερθεί
εμείς — we να έχουμε μεταφέρει να έχουμε μεταφερθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μεταφέρει να έχετε μεταφερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μεταφέρει να έχουν μεταφερθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: μετάφερε (εσύ); μεταφέρετε, μεταφέρτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Active continuous and perfective forms coincide here: μετέφερα and θα μεταφέρω need context to distinguish aspect. μετάφερα is a conversational past variant.

Μετέφερα τα κουτιά στο γραφείο.

I moved the boxes to the office.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μεταφέρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/metafero/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /metafero/