Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

βιάζω / βιάζομαι — meanings and conjugation

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βιάζω — to force; to rape

βιάζομαι — to hurry; to be in a hurry is a distinct everyday verb, not simply the passive meaning of the active verb above. The spelling overlaps, but meaning and pronunciation differ.

In the force/rape meaning, pronounce βι-ά-ζω [viázo] and βι-ά-ζο-μαι. In the hurry meaning, βιά-ζο-μαι [vjázome] has a single initial βιά syllable. The same written distinction applies to forms such as βιάστηκα.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I βιάζω βιάζομαι
εσύ — you βιάζεις βιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βιάζει βιάζεται
εμείς — we βιάζουμε, βιάζομε βιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βιάζετε βιάζεστε, βιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βιάζουν(ε) βιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I βίαζα βιαζόμουν(α)
εσύ — you βίαζες βιαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βίαζε βιαζόταν(ε)
εμείς — we βιάζαμε βιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βιάζατε βιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βίαζαν / βιάζανε βιάζονταν, βιαζόντανε, βιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I βίασα βιάστηκα
εσύ — you βίασες βιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βίασε βιάστηκε
εμείς — we βιάσαμε βιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βιάσατε βιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βίασαν / βιάσανε βιάστηκαν, βιαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I έχω βιάσει έχω βιαστεί
εσύ — you έχεις βιάσει έχεις βιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βιάσει έχει βιαστεί
εμείς — we έχουμε βιάσει έχουμε βιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βιάσει έχετε βιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βιάσει έχουν βιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I είχα βιάσει είχα βιαστεί
εσύ — you είχες βιάσει είχες βιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βιάσει είχε βιαστεί
εμείς — we είχαμε βιάσει είχαμε βιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βιάσει είχατε βιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βιάσει είχαν βιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I θα βιάζω θα βιάζομαι
εσύ — you θα βιάζεις θα βιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βιάζει θα βιάζεται
εμείς — we θα βιάζουμε, θα βιάζομε θα βιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βιάζετε θα βιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βιάζουν(ε) θα βιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I θα βιάσω θα βιαστώ
εσύ — you θα βιάσεις θα βιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βιάσει θα βιαστεί
εμείς — we θα βιάσουμε, θα βιάσομε θα βιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βιάσετε θα βιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βιάσουν(ε) θα βιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I θα έχω βιάσει θα έχω βιαστεί
εσύ — you θα έχεις βιάσει θα έχεις βιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βιάσει θα έχει βιαστεί
εμείς — we θα έχουμε βιάσει θα έχουμε βιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βιάσει θα έχετε βιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βιάσει θα έχουν βιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I να βιάζω να βιάζομαι
εσύ — you να βιάζεις να βιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βιάζει να βιάζεται
εμείς — we να βιάζουμε να βιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βιάζετε να βιάζεστε, να βιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βιάζουν(ε) να βιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I να βιάσω να βιαστώ
εσύ — you να βιάσεις να βιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βιάσει να βιαστεί
εμείς — we να βιάσουμε να βιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να βιάσετε να βιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βιάσουν(ε) να βιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική / βιάζομαι — see usage
εγώ — I να έχω βιάσει να έχω βιαστεί
εσύ — you να έχεις βιάσει να έχεις βιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βιάσει να έχει βιαστεί
εμείς — we να έχουμε βιάσει να έχουμε βιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βιάσει να έχετε βιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βιάσει να έχουν βιαστεί

Imperative · Προστακτική

In the hurry meaning: βιάσου (singular), βιαστείτε (plural / polite). Continuous να-construction: να βιάζεσαι / να βιάζεστε. Negative: μη βιάζεσαι / μη βιαστείς.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active column concerns βιάζω in the force/rape meaning. The passive-looking column has the same written forms as the separate everyday verb “hurry”; the intended meaning must be established from pronunciation and context.
  • Past in the hurry meaning: βιάστηκα; perfect: έχω βιαστεί.
  • Βιαστικός, βιαστική, βιαστικό is a common adjective for someone hasty or in a hurry.
  • Do not use είμαι βιασμένος as an automatic perfect-tense alternative. The adjective or participle has context-dependent meanings and may refer to coercion.
  • For a general statement about being in a hurry, use βιάζομαι. The active βιάζω does not mean “I am in a hurry”.

Βιάζομαι γιατί φεύγει το λεωφορείο.

I am in a hurry because the bus is leaving.

Μη βιαστείς να απαντήσεις.

Do not rush to answer.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βιάζομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/biazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /biazo/