Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
βιάζω — to force; to rape
βιάζομαι — to hurry; to be in a hurry is a distinct everyday verb, not simply the passive meaning of the active verb above. The spelling overlaps, but meaning and pronunciation differ.
In the force/rape meaning, pronounce βι-ά-ζω [viázo] and βι-ά-ζο-μαι. In the hurry meaning, βιά-ζο-μαι [vjázome] has a single initial βιά syllable. The same written distinction applies to forms such as βιάστηκα.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | βιάζω | βιάζομαι |
| εσύ — you | βιάζεις | βιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βιάζει | βιάζεται |
| εμείς — we | βιάζουμε, βιάζομε | βιαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βιάζετε | βιάζεστε, βιαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βιάζουν(ε) | βιάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | βίαζα | βιαζόμουν(α) |
| εσύ — you | βίαζες | βιαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βίαζε | βιαζόταν(ε) |
| εμείς — we | βιάζαμε | βιαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βιάζατε | βιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βίαζαν / βιάζανε | βιάζονταν, βιαζόντανε, βιαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | βίασα | βιάστηκα |
| εσύ — you | βίασες | βιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βίασε | βιάστηκε |
| εμείς — we | βιάσαμε | βιαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βιάσατε | βιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βίασαν / βιάσανε | βιάστηκαν, βιαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βιάσει | έχω βιαστεί |
| εσύ — you | έχεις βιάσει | έχεις βιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βιάσει | έχει βιαστεί |
| εμείς — we | έχουμε βιάσει | έχουμε βιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βιάσει | έχετε βιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βιάσει | έχουν βιαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βιάσει | είχα βιαστεί |
| εσύ — you | είχες βιάσει | είχες βιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βιάσει | είχε βιαστεί |
| εμείς — we | είχαμε βιάσει | είχαμε βιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βιάσει | είχατε βιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βιάσει | είχαν βιαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βιάζω | θα βιάζομαι |
| εσύ — you | θα βιάζεις | θα βιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βιάζει | θα βιάζεται |
| εμείς — we | θα βιάζουμε, θα βιάζομε | θα βιαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βιάζετε | θα βιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βιάζουν(ε) | θα βιάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βιάσω | θα βιαστώ |
| εσύ — you | θα βιάσεις | θα βιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βιάσει | θα βιαστεί |
| εμείς — we | θα βιάσουμε, θα βιάσομε | θα βιαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βιάσετε | θα βιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βιάσουν(ε) | θα βιαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βιάσει | θα έχω βιαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις βιάσει | θα έχεις βιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βιάσει | θα έχει βιαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βιάσει | θα έχουμε βιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βιάσει | θα έχετε βιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βιάσει | θα έχουν βιαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βιάζω | να βιάζομαι |
| εσύ — you | να βιάζεις | να βιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βιάζει | να βιάζεται |
| εμείς — we | να βιάζουμε | να βιαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βιάζετε | να βιάζεστε, να βιαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βιάζουν(ε) | να βιάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βιάσω | να βιαστώ |
| εσύ — you | να βιάσεις | να βιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βιάσει | να βιαστεί |
| εμείς — we | να βιάσουμε | να βιαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βιάσετε | να βιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βιάσουν(ε) | να βιαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική / βιάζομαι — see usage |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βιάσει | να έχω βιαστεί |
| εσύ — you | να έχεις βιάσει | να έχεις βιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βιάσει | να έχει βιαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε βιάσει | να έχουμε βιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βιάσει | να έχετε βιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βιάσει | να έχουν βιαστεί |
Imperative · Προστακτική
In the hurry meaning: βιάσου (singular), βιαστείτε (plural / polite). Continuous να-construction: να βιάζεσαι / να βιάζεστε. Negative: μη βιάζεσαι / μη βιαστείς.
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The active column concerns βιάζω in the force/rape meaning. The passive-looking column has the same written forms as the separate everyday verb “hurry”; the intended meaning must be established from pronunciation and context.
- Past in the hurry meaning: βιάστηκα; perfect: έχω βιαστεί.
- Βιαστικός, βιαστική, βιαστικό is a common adjective for someone hasty or in a hurry.
- Do not use είμαι βιασμένος as an automatic perfect-tense alternative. The adjective or participle has context-dependent meanings and may refer to coercion.
- For a general statement about being in a hurry, use βιάζομαι. The active βιάζω does not mean “I am in a hurry”.
Βιάζομαι γιατί φεύγει το λεωφορείο.
I am in a hurry because the bus is leaving.
Μη βιαστείς να απαντήσεις.
Do not rush to answer.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βιάζομαι.
https://moderngreekverbs.com/biazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.