κάθομαι (kathomai) — to sit; to stay

Everyday Greek · Core 100

κάθομαι: core forms & usage

to sit; to stay

Both έκατσα and κάθισα are common aorist forms. The simple future can be θα κάτσω or θα καθίσω.

Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο.

I sit next to the window.

Coverage: this middle/passive-form verb; these endings do not necessarily express a passive meaning. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iκάθομαι
you (singular)κάθεσαι
he / she / itκάθεται
weκαθόμαστε
you (plural or polite)κάθεστε, καθόσαστε
theyκάθονται

Imperfect

PersonForms
Iκαθόμουν, καθόμουνα
you (singular)καθόσουν, καθόσουνα
he / she / itκαθόταν, καθότανε
weκαθόμασταν
you (plural or polite)καθόσαστε, καθόσασταν
theyκάθονταν, καθόντανε, καθόντουσαν

Simple past (aorist)

PersonForms
Iέκατσα, κάθισα
you (singular)έκατσες, κάθισες
he / she / itέκατσε, κάθισε
weκάτσαμε, καθίσαμε
you (plural or polite)κάτσατε, καθίσατε
theyέκατσαν, κάτσαν, κάτσανε, κάθισαν, καθίσαν, καθίσανε

Simple future

PersonForms
Iθα κάτσω, θα καθίσω
you (singular)θα κάτσεις, θα καθίσεις
he / she / itθα κάτσει, θα καθίσει
weθα κάτσουμε, θα καθίσουμε
you (plural or polite)θα κάτσετε, θα καθίσετε
theyθα κάτσουν, θα κάτσουνε, θα καθίσουν, θα καθίσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο.

I am sitting next to the window.

The meaning depends on context: sitting down, being seated or staying somewhere. This verb uses middle/passive endings with an everyday active meaning.

κάθομαι — to sit; to stay.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κάθομαι
εσύ — you κάθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κάθεται
εμείς — we καθόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κάθεστε, καθόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κάθονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I καθόμουν(α)
εσύ — you καθόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καθόταν(ε)
εμείς — we καθόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καθόσαστε, καθόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κάθονταν, καθόντανε, καθόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έκατσα, κάθισα
εσύ — you έκατσες, κάθισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκατσε, κάθισε
εμείς — we κάτσαμε, καθίσαμε
εσείς — you (plural / polite) κάτσατε, καθίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκατσαν, κάτσαν(ε), κάθισαν, καθίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω κάτσει
εσύ — you έχεις κάτσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κάτσει
εμείς — we έχουμε κάτσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε κάτσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κάτσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα κάτσει
εσύ — you είχες κάτσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κάτσει
εμείς — we είχαμε κάτσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε κάτσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κάτσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κάθομαι
εσύ — you θα κάθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κάθεται
εμείς — we θα καθόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κάθεστε, θα καθόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κάθονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κάτσω, θα καθίσω
εσύ — you θα κάτσεις, θα καθίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κάτσει, θα καθίσει
εμείς — we θα κάτσουμε, θα καθίσουμε
εσείς — you (plural / polite) θα κάτσετε, θα καθίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κάτσουν(ε), θα καθίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω κάτσει
εσύ — you θα έχεις κάτσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κάτσει
εμείς — we θα έχουμε κάτσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κάτσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κάτσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κάθομαι
εσύ — you να κάθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κάθεται
εμείς — we να καθόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κάθεστε, να καθόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κάθονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κάτσω, να καθίσω
εσύ — you να κάτσεις, να καθίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κάτσει, να καθίσει
εμείς — we να κάτσουμε, να καθίσουμε
εσείς — you (plural / polite) να κάτσετε, να καθίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κάτσουν(ε), να καθίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω κάτσει
εσύ — you να έχεις κάτσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κάτσει
εμείς — we να έχουμε κάτσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κάτσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κάτσει

Imperative · Προστακτική

—

Simple: κάτσε, κάθισε (εσύ); καθίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κάθομαι can describe sitting, staying, or remaining somewhere. Perfective κάτσω / καθίσω and past έκατσα / κάθισα are ordinary alternatives. Καθισμένος describes a seated state.
  • Compound forms also use καθίσει: έχω καθίσει. The ordinary plural command is καθίστε.

Κάτσε εδώ, σε παρακαλώ.

Sit here, please.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κάθομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kathomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kathomai/