τείνω (teino) — to extend; tend towards

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τείνω — to extend; tend towards.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I τείνω
εσύ — you τείνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τείνει
εμείς — we τείνουμε, τείνομε
εσείς — you (plural / polite) τείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τείνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έτεινα
εσύ — you έτεινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έτεινε
εμείς — we τείναμε
εσείς — you (plural / polite) τείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έτειναν, τείναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έτεινα
εσύ — you έτεινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έτεινε
εμείς — we τείναμε
εσείς — you (plural / polite) τείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έτειναν, τείναν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω τείνει
εσύ — you έχεις τείνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τείνει
εμείς — we έχουμε τείνει
εσείς — you (plural / polite) έχετε τείνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τείνει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα τείνει
εσύ — you είχες τείνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τείνει
εμείς — we είχαμε τείνει
εσείς — you (plural / polite) είχατε τείνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τείνει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα τείνω
εσύ — you θα τείνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τείνει
εμείς — we θα τείνουμε, θα τείνομε
εσείς — you (plural / polite) θα τείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τείνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα τείνω
εσύ — you θα τείνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τείνει
εμείς — we θα τείνουμε, θα τείνομε
εσείς — you (plural / polite) θα τείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τείνουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω τείνει
εσύ — you θα έχεις τείνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τείνει
εμείς — we θα έχουμε τείνει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τείνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τείνει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να τείνω
εσύ — you να τείνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τείνει
εμείς — we να τείνουμε, να τείνομε
εσείς — you (plural / polite) να τείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τείνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να τείνω
εσύ — you να τείνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τείνει
εμείς — we να τείνουμε, να τείνομε
εσείς — you (plural / polite) να τείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τείνουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω τείνει
εσύ — you να έχεις τείνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τείνει
εμείς — we να έχουμε τείνει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τείνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τείνει

Imperative · Προστακτική

The active command has the same form in both aspects.

Simple: τείνε (εσύ); τείνετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • τείνω can mean holding or stretching something out, as with a hand. τείνω να means tending to do something; τείνω προς means tending towards. The simple and continuous active forms coincide, so meaning and context distinguish them.

Τείνω να συμφωνήσω μαζί σου.

I tend to agree with you.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τείνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/teino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /teino/