[Prev Next] Index Home Type [Model Prev Next] [Model Prev Next]
ΚΟΥΡΑΖΩ
I tire
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
κουράζω κουράζουμε, κουράζομε κουράζομαι κουραζόμαστε
κουράζεις κουράζετε κουράζεσαι κουράζεστε, κουραζόσαστε
κουράζει κουράζουν(ε) κουράζεται κουράζονται
Imper
fect
κούραζα κουράζαμε κουραζόμουνα κουραζόμαστε, κουραζόμασταν
κούραζες κουράζατε κουραζόσουνα κουραζόσαστε, κουραζόσασταν
κούραζε κούραζαν, κουράζαν(ε) κουραζότανε κουράζονταν, κουραζόντανε, κουραζόντουσαν
Aorist κούρασα κουράσαμε κουράστηκα κουραστήκαμε
κούρασες κουράσατε κουράστηκες κουραστήκατε
κούρασε κούρασαν, κουράσαν(ε) κουράστηκε κουράστηκαν, κουραστήκανε
Per
fect
έχω κουράσει
έχω κουρασμένο
έχουμε κουράσει
έχουμε κουρασμένο
έχω κουραστεί
είμαι κουρασμένος, -η
έχουμε κουραστεί
είμαστε κουρασμένοι, -ες
έχεις κουράσει
έχεις κουρασμένο
έχετε κουράσει
έχετε κουρασμένο
έχεις κουραστεί
είσαι κουρασμένος, -η
έχετε κουραστεί
είστε κουρασμένοι, -ες
έχει κουράσει
έχει κουρασμένο
έχουν κουράσει
έχουν κουρασμένο
έχει κουραστεί
είναι κουρασμένος, -η, -ο
έχουν κουραστεί
είναι κουρασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κουράσει
είχα κουρασμένο
είχαμε κουράσει
είχαμε κουρασμένο
είχα κουραστεί
ήμουν κουρασμένος, -η
είχαμε κουραστεί
ήμαστε κουρασμένοι, -ες
είχες κουράσει
είχες κουρασμένο
είχατε κουράσει
είχατε κουρασμένο
είχες κουραστεί
ήσουν κουρασμένος, -η
είχατε κουραστεί
ήσαστε κουρασμένοι, -ες
είχε κουράσει
είχε κουρασμένο
είχαν κουράσει
είχαν κουρασμένο
είχε κουραστεί
ήταν κουρασμένος, -η, -ο
είχαν κουραστεί
ήταν κουρασμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα κουράζω θα κουράζουμε, θα κουράζομε θα κουράζομαι θα κουραζόμαστε
θα κουράζεις θα κουράζετε θα κουράζεσαι θα κουράζεστε, θα κουραζόσαστε
θα κουράζει θα κουράζουν(ε) θα κουράζεται θα κουράζονται
Simp
Fut
θα κουράσω θα κουράσουμε, θα κουράσομε θα κουραστώ θα κουραστούμε
θα κουράσεις θα κουράσετε θα κουραστείς θα κουραστείτε
θα κουράσει θα κουράσουν(ε) θα κουραστεί θα κουραστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω κουράσει
θα έχω κουρασμένο
θα έχουμε κουράσει
θα έχουμε κουρασμένο
θα έχω κουραστεί
θα είμαι κουρασμένος, -η
θα έχουμε κουραστεί
θα είμαστε κουρασμένοι, -ες
θα έχεις κουράσει
θα έχεις κουρασμένο
θα έχετε κουράσει
θα έχετε κουρασμένο
θα έχεις κουραστεί
θα είσαι κουρασμένος, -η
θα έχετε κουραστεί
θα είστε κουρασμένοι, -ες
θα έχει κουράσει
θα έχει κουρασμένο
θα έχουν κουράσει
θα έχουν κουρασμένο
θα έχει κουραστεί
θα είναι κουρασμένος, -η, -ο
θα έχουν κουραστεί
θα είναι κουρασμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να κουράζω να κουράζουμε, να κουράζομε να κουράζομαι να κουραζόμαστε
να κουράζεις να κουράζετε να κουράζεσαι να κουράζεστε, να κουραζόσαστε
να κουράζει να κουράζουν(ε) να κουράζεται να κουράζονται
Aorist να κουράσω να κουράσουμε, να κουράσομε να κουραστώ να κουραστούμε
να κουράσεις να κουράσετε να κουραστείς να κουραστείτε
να κουράσει να κουράσουν να κουραστεί να κουραστούν(ε)
Perf να έχω κουράσει
να έχω κουρασμένο
να έχουμε κουράσει
να έχουμε κουρασμένο
να έχω κουραστεί
να είμαι κουρασμένος, -η
να έχουμε κουραστεί
να είμαστε κουρασμένοι, -ες
να έχεις κουράσει
να έχεις κουρασμένο
να έχετε κουράσει
να έχετε κουρασμένο
να έχεις κουραστεί
να είσαι κουρασμένος, -η
να έχετε κουραστεί
να είστε κουρασμένοι, -ες
να έχει κουράσει
να έχει κουρασμένο
να έχουν κουράσει
να έχουν κουρασμένο
να έχει κουραστεί
να είναι κουρασμένος, -η, -ο
να έχουν κουραστεί
να είναι κουρασμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres κούραζε κουράζετε κουράζεστε
Aorist κούρασε κουράστε κουράσου κουραστείτε
Part
iciple
Pres κουράζοντας κουραζόμενος
Perf έχοντας κουράσει, έχοντας κουρασμένο κουρασμένος, -η, -ο κουρασμένοι, -ες, -α
Infin Aorist κουράσει κουραστεί