προκαλώ — to cause; to provoke; to challenge

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

προκαλώ means to cause, provoke, or challenge. The passive means to be caused, provoked, or challenged.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προκαλώ προκαλούμαι
εσύ — you προκαλείς προκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προκαλεί προκαλείται
εμείς — we προκαλούμε προκαλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) προκαλείτε προκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προκαλούν(ε) προκαλούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προκαλούσα προκαλούμουν
εσύ — you προκαλούσες προκαλούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προκαλούσε προκαλούνταν, προκαλείτο
εμείς — we προκαλούσαμε προκαλούμασταν
εσείς — you (plural / polite) προκαλούσατε προκαλούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they προκαλούσαν(ε) προκαλούνταν, προκαλούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προκάλεσα προκλήθηκα
εσύ — you προκάλεσες προκλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προκάλεσε προκλήθηκε
εμείς — we προκαλέσαμε προκληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) προκαλέσατε προκληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προκάλεσαν, προκαλέσαν(ε) προκλήθηκαν, προκληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω προκαλέσει έχω προκληθεί
εσύ — you έχεις προκαλέσει έχεις προκληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει προκαλέσει έχει προκληθεί
εμείς — we έχουμε προκαλέσει έχουμε προκληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε προκαλέσει έχετε προκληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν προκαλέσει έχουν προκληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα προκαλέσει είχα προκληθεί
εσύ — you είχες προκαλέσει είχες προκληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε προκαλέσει είχε προκληθεί
εμείς — we είχαμε προκαλέσει είχαμε προκληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε προκαλέσει είχατε προκληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν προκαλέσει είχαν προκληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προκαλώ θα προκαλούμαι
εσύ — you θα προκαλείς θα προκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προκαλεί θα προκαλείται
εμείς — we θα προκαλούμε θα προκαλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα προκαλείτε θα προκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προκαλούν(ε) θα προκαλούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προκαλέσω θα προκληθώ
εσύ — you θα προκαλέσεις θα προκληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προκαλέσει θα προκληθεί
εμείς — we θα προκαλέσουμε, θα προκαλέσομε θα προκληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα προκαλέσετε θα προκληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προκαλέσουν(ε) θα προκληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω προκαλέσει θα έχω προκληθεί
εσύ — you θα έχεις προκαλέσει θα έχεις προκληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει προκαλέσει θα έχει προκληθεί
εμείς — we θα έχουμε προκαλέσει θα έχουμε προκληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε προκαλέσει θα έχετε προκληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν προκαλέσει θα έχουν προκληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προκαλώ να προκαλούμαι
εσύ — you να προκαλείς να προκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προκαλεί να προκαλείται
εμείς — we να προκαλούμε να προκαλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να προκαλείτε να προκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προκαλούν(ε) να προκαλούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προκαλέσω να προκληθώ
εσύ — you να προκαλέσεις να προκληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προκαλέσει να προκληθεί
εμείς — we να προκαλέσουμε, να προκαλέσομε να προκληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να προκαλέσετε να προκληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προκαλέσουν(ε) να προκληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω προκαλέσει να έχω προκληθεί
εσύ — you να έχεις προκαλέσει να έχεις προκληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει προκαλέσει να έχει προκληθεί
εμείς — we να έχουμε προκαλέσει να έχουμε προκληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε προκαλέσει να έχετε προκληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν προκαλέσει να έχουν προκληθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: προκάλεσε (εσύ); προκαλέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • προκαλείτο / προκαλούντο are learned imperfect variants.

Η βροχή προκάλεσε προβλήματα.

The rain caused problems.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προκαλώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/prokalo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /prokalo/