πρήζω — to make swell; to annoy

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πρήζω means to make something swell or, colloquially, annoy someone. πρήζομαι means to swell up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πρήζω πρήζομαι
εσύ — you πρήζεις πρήζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πρήζει πρήζεται
εμείς — we πρήζουμε, πρήζομε πρηζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πρήζετε πρήζεστε, πρηζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πρήζουν(ε) πρήζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπρηζα πρηζόμουν(α)
εσύ — you έπρηζες πρηζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπρηζε πρηζόταν(ε)
εμείς — we πρήζαμε πρηζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πρήζατε πρηζόσαστε, πρηζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπρηζαν, πρήζαν(ε) πρήζονταν, πρηζόντανε, πρηζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπρηξα πρήστηκα
εσύ — you έπρηξες πρήστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπρηξε πρήστηκε
εμείς — we πρήξαμε πρηστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πρήξατε πρηστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπρηξαν, πρήξαν(ε) πρήστηκαν, πρηστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πρήξει έχω πρηστεί
εσύ — you έχεις πρήξει έχεις πρηστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πρήξει έχει πρηστεί
εμείς — we έχουμε πρήξει έχουμε πρηστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πρήξει έχετε πρηστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πρήξει έχουν πρηστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πρήξει είχα πρηστεί
εσύ — you είχες πρήξει είχες πρηστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πρήξει είχε πρηστεί
εμείς — we είχαμε πρήξει είχαμε πρηστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πρήξει είχατε πρηστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πρήξει είχαν πρηστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πρήζω θα πρήζομαι
εσύ — you θα πρήζεις θα πρήζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πρήζει θα πρήζεται
εμείς — we θα πρήζουμε, θα πρήζομε θα πρηζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πρήζετε θα πρήζεστε, θα πρηζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πρήζουν(ε) θα πρήζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πρήξω θα πρηστώ
εσύ — you θα πρήξεις θα πρηστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πρήξει θα πρηστεί
εμείς — we θα πρήξουμε, θα πρήξομε θα πρηστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πρήξετε θα πρηστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πρήξουν(ε) θα πρηστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πρήξει θα έχω πρηστεί
εσύ — you θα έχεις πρήξει θα έχεις πρηστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πρήξει θα έχει πρηστεί
εμείς — we θα έχουμε πρήξει θα έχουμε πρηστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πρήξει θα έχετε πρηστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πρήξει θα έχουν πρηστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πρήζω να πρήζομαι
εσύ — you να πρήζεις να πρήζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πρήζει να πρήζεται
εμείς — we να πρήζουμε, να πρήζομε να πρηζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πρήζετε να πρήζεστε, να πρηζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πρήζουν(ε) να πρήζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πρήξω να πρηστώ
εσύ — you να πρήξεις να πρηστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πρήξει να πρηστεί
εμείς — we να πρήξουμε, να πρήξομε να πρηστούμε
εσείς — you (plural / polite) να πρήξετε να πρηστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πρήξουν(ε) να πρηστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πρήξει να έχω πρηστεί
εσύ — you να έχεις πρήξει να έχεις πρηστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πρήξει να έχει πρηστεί
εμείς — we να έχουμε πρήξει να έχουμε πρηστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πρήξει να έχετε πρηστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πρήξει να έχουν πρηστεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Perfective active: έπρηξα / πρήξω / πρήξει. Middle: πρήστηκα / πρηστώ / πρηστεί.

Το πόδι μου πρήστηκε.

My foot swelled up.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πρήζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/prizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /prizo/