[Prev Next] Index Home Type [Model Prev Next] [Model Prev Next]
ΒΑΣΤΑΩ
I hold
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
βαστάω, βαστώ βαστάμε, βαστούμε βαστιέμαι βαστιόμαστε
βαστάς βαστάτε βαστιέσαι βαστιέστε, βαστιόσαστε
βαστάει, βαστά βαστάν(ε), βαστούν(ε) βαστιέται βαστιούνται, βαστιόνται
Imper
fect
βαστούσα, βάσταγα βαστούσαμε, βαστάγαμε βαστιόμουν(α) βαστιόμαστε, βαστιόμασταν
βαστούσες, βάσταγες βαστούσατε, βαστάγατε βαστιόσουν(α) βαστιόσαστε, βαστιόσασταν
βαστούσε, βάσταγε βαστούσαν(ε), βάσταγαν, βαστάγανε βαστιόταν(ε) βαστιόνταν(ε), βαστιούνταν, βαστιόντουσαν
Aorist βάστηξα βαστήξαμε βαστήχτηκα βαστηχτήκαμε
βάστηξες βαστήξατε βαστήχτηκες βαστηχτήκατε
βάστηξε βάστηξαν, βαστήξαν(ε) βαστήχτηκε βαστήχτηκαν, βαστηχτήκαν(ε)
Perf
ect
έχω βαστήξει
έχω βαστηγμένο
έχουμε βαστήξει
έχουμε βαστηγμένο
έχω βαστηχτεί
είμαι βαστηγμένος, -η
έχουμε βαστηχτεί
είμαστε βαστηγμένοι, -ες
έχεις βαστήξει
έχεις βαστηγμένο
έχετε βαστήξει
έχετε βαστηγμένο
έχεις βαστηχτεί
είσαι βαστηγμένος, -η
έχετε βαστηχτεί
είστε βαστηγμένοι, -ες
έχει βαστήξει
έχει βαστηγμένο
έχουν βαστήξει
έχουν βαστηγμένο
έχει βαστηχτεί
είναι βαστηγμένος, -η, -ο
έχουν βαστηχτεί
είναι βαστηγμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ect
είχα βαστήξει
είχα βαστηγμένο
είχαμε βαστήξει
είχαμε βαστηγμένο
είχα βαστηχτεί
ήμουν βαστηγμένος, -η
είχαμε βαστηχτεί
ήμαστε βαστηγμένοι, -ες
είχες βαστήξει
είχες βαστηγμένο
είχατε βαστήξει
είχατε βαστηγμένο
είχες βαστηχτεί
ήσουν βαστηγμένος, -η
είχατε βαστηχτεί
ήσαστε βαστηγμένοι, -ες
είχε βαστήξει
είχε βαστηγμένο
είχαν βαστήξει
είχαν βαστηγμένο
είχε βαστηχτεί
ήταν βαστηγμένος, -η, -ο
είχαν βαστηχτεί
ήταν βαστηγμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα βαστάω, θα βαστώ θα βαστάμε, θα βαστούμε θα βαστιέμαι θα βαστιόμαστε
θα βαστάς θα βαστάτε θα βαστιέσαι θα βαστιέστε, θα βαστιόσαστε
θα βαστάει, θα βαστά θα βαστάν(ε), θα βαστούν(ε) θα βαστιέται θα βαστιούνται, θα βαστιόνται
Simp
Fut
θα βαστήξω θα βαστήξουμε, θα βαστήξομε θα βαστηχτώ θα βαστηχτούμε
θα βαστήξεις θα βαστήξετε θα βαστηχτείς θα βαστηχτείτε
θα βαστήξει θα βαστήξουν(ε) θα βαστηχτεί θα βαστηχτούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω βαστήξει
θα έχω βαστηγμένο
θα έχουμε βαστήξει
θα έχουμε βαστηγμένο
θα έχω βαστηχτεί
θα είμαι βαστηγμένος, -η
θα έχουμε βαστηχτεί
θα είμαστε βαστηγμένοι, -ες
θα έχεις βαστήξει
θα έχεις βαστηγμένο
θα έχετε βαστήξει
θα έχετε βαστηγμένο
θα έχεις βαστηχτεί
θα είσαι βαστηγμένος, -η
θα έχετε βαστηχτεί
θα είστε βαστηγμένοι, -ες
θα έχει βαστήξει
θα έχει βαστηγμένο
θα έχουν βαστήξει
θα έχουν βαστηγμένο
θα έχει βαστηχτεί
θα είναι βαστηγμένος, -η, -ο
θα έχουν βαστηχτεί
θα είναι βαστηγμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να βαστάω, να βαστώ να βαστάμε, να βαστούμε να βαστιέμαι να βαστιόμαστε
να βαστάς να βαστάτε να βαστιέσαι να βαστιέστε, να βαστιόσαστε
να βαστάει, να βαστά να βαστάν(ε), να βαστούν(ε) να βαστιέται να βαστιούνται, να βαστιόνται
Aorist να βαστήξω να βαστήξουμε, να βαστήξομε να βαστηχτώ να βαστηχτούμε
να βαστήξεις να βαστήξετε να βαστηχτείς να βαστηχτείτε
να βαστήξει να βαστήξουν(ε) να βαστηχτεί να βαστηχτούν(ε)
Perf να έχω βαστήξει
να έχω βαστηγμένο
να έχουμε βαστήξει
να έχουμε βαστηγμένο
να έχω βαστηχτεί
να είμαι βαστηγμένος, -η
να έχουμε βαστηχτεί
να είμαστε βαστηγμένοι, -ες
να έχεις βαστήξει
να έχεις βαστηγμένο
να έχετε βαστήξει
να έχετε βαστηγμένο
να έχεις βαστηχτεί
να είσαι βαστηγμένος, -η
να έχετε βαστηχτεί
να είστε βαστηγμένοι, -η
να έχει βαστήξει
να έχει βαστηγμένο
να έχουν βαστήξει
να έχουν βαστηγμένο
να έχει βαστηχτεί
να είναι βαστηγμένος, -η, -ο
να έχουν βαστηχτεί
να είναι βαστηγμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres βάστα, βάσταγε βαστάτε βαστιέστε
Aorist βάστηξε, βάστα βαστήξτε, βαστήχτε βαστήξου βαστηχτείτε
Part
iciple
Pres βαστώντας
Perf έχοντας βαστήξει, έχοντας βαστηγμένο βαστηγμένος, -η, -ο βαστηγμένοι, -ες, -α
Infin Aorist βαστήξει βαστηχτεί