[Prev Next] Index Home Type [Model Prev Next] [Model Prev Next]
ΖΥΜΩΝΩ
I knead
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ζυμώνω ζυμώνουμε, ζυμώνομε ζυμώνομαι ζυμωνόμαστε
ζυμώνεις ζυμώνετε ζυμώνεσαι ζυμώνεστε, ζυμωνόσαστε
ζυμώνει ζυμώνουν(ε) ζυμώνεται ζυμώνονται
Imper
fect
ζύμωνα ζυμώναμε ζυμωνόμουν(α) ζυμωνόμαστε, ζυμωνόμασταν
ζύμωνες ζυμώνατε ζυμωνόσουν(α) ζυμωνόσαστε, ζυμωνόσασταν
ζύμωνε ζύμωναν, ζυμώναν(ε) ζυμωνόταν(ε) ζυμώνονταν, ζυμωνόντανε, ζυμωνόντουσαν
Aorist ζύμωσα ζυμώσαμε ζυμώθηκα ζυμωθήκαμε
ζύμωσες ζυμώσατε ζυμώθηκες ζυμωθήκατε
ζύμωσε ζύμωσαν, ζυμώσαν(ε) ζυμώθηκε ζυμώθηκαν, ζυμωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ζυμώσει
έχω ζυμωμένο
έχουμε ζυμώσει
έχουμε ζυμωμένο
έχω ζυμωθεί
είμαι ζυμωμένος, -η
έχουμε ζυμωθεί
είμαστε ζυμωμένοι, -ες
έχεις ζυμώσει
έχεις ζυμωμένο
έχετε ζυμώσει
έχετε ζυμωμένο
έχεις ζυμωθεί
είσαι ζυμωμένος, -η
έχετε ζυμωθεί
είστε ζυμωμένοι, -ες
έχει ζυμώσει
έχει ζυμωμένο
έχουν ζυμώσει
έχουν ζυμωμένο
έχει ζυμωθεί
είναι ζυμωμένος, -η, -ο
έχουν ζυμωθεί
είναι ζυμωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ζυμώσει
είχα ζυμωμένο
είχαμε ζυμώσει
είχαμε ζυμωμένο
είχα ζυμωθεί
ήμουν ζυμωμένος, -η
είχαμε ζυμωθεί
ήμαστε ζυμωμένοι, -ες
είχες ζυμώσει
είχες ζυμωμένο
είχατε ζυμώσει
είχατε ζυμωμένο
είχες ζυμωθεί
ήσουν ζυμωμένος, -η
είχατε ζυμωθεί
ήσαστε ζυμωμένοι, -ες
είχε ζυμώσει
είχε ζυμωμένο
είχαν ζυμώσει
είχαν ζυμωμένο
είχε ζυμωθεί
ήταν ζυμωμένος, -η, -ο
είχαν ζυμωθεί
ήταν ζυμωμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα ζυμώνω θα ζυμώνουμε, θα ζυμώνομε θα ζυμώνομαι θα ζυμωνόμαστε
θα ζυμώνεις θα ζυμώνετε θα ζυμώνεσαι θα ζυμώνεστε, θα ζυμωνόσαστε
θα ζυμώνει θα ζυμώνουν(ε) θα ζυμώνεται θα ζυμώνονται
Simp
Fut
θα ζυμώσω θα ζυμώσουμε, θα ζυμώσομε θα ζυμωθώ θα ζυμωθούμε
θα ζυμώσεις θα ζυμώσετε θα ζυμωθείς θα ζυμωθείτε
θα ζυμώσει θα ζυμώσουν θα ζυμωθεί θα ζυμωθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ζυμώσει
θα έχω ζυμωμένο
θα έχουμε ζυμώσει
θα έχουμε ζυμωμένο
θα έχω ζυμωθεί
θα είμαι ζυμωμένος, -η
θα έχουμε ζυμωθεί
θα είμαστε ζυμωμένοι, -ες
θα έχεις ζυμώσει
θα έχεις ζυμωμένο
θα έχετε ζυμώσει
θα έχετε ζυμωμένο
θα έχεις ζυμωθεί
θα είσαι ζυμωμένος, -η
θα έχετε ζυμωθεί
θα είστε ζυμωμένοι, -ες
θα έχει ζυμώσει
θα έχει ζυμωμένο
θα έχουν ζυμώσει
θα έχουν ζυμωμένο
θα έχει ζυμωθεί
θα είναι ζυμωμένος, -η, -ο
θα έχουν ζυμωθεί
θα είναι ζυμωμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ζυμώνω να ζυμώνουμε, να ζυμώνομε να ζυμώνομαι να ζυμωνόμαστε
να ζυμώνεις να ζυμώνετε να ζυμώνεσαι να ζυμώνεστε, να ζυμωνόσαστε
να ζυμώνει να ζυμώνουν(ε) να ζυμώνεται να ζυμώνονται
Aorist να ζυμώσω να ζυμώσουμε, να ζυμώσομε να ζυμωθώ να ζυμωθούμε
να ζυμώσεις να ζυμώσετε να ζυμωθείς να ζυμωθείτε
να ζυμώσει να ζυμώσουν(ε) να ζυμωθεί να ζυμωθούν(ε)
Perf να έχω ζυμώσει
να έχω ζυμωμένο
να έχουμε ζυμώσει
να έχουμε ζυμωμένο
να έχω ζυμωθεί
να είμαι ζυμωμένος, -η
να έχουμε ζυμωθεί
να είμαστε ζυμωμένοι, -ες
να έχεις ζυμώσει
να έχεις ζυμωμένο
να έχετε ζυμώσει
να έχετε ζυμωμένο
να έχεις ζυμωθεί
να είσαι ζυμωμένος, -η
να έχετε ζυμωθεί
να είστε ζυμωμένοι, -ες
να έχει ζυμώσει
να έχει ζυμωμένο
να έχουν ζυμώσει
να έχουν ζυμωμένο
να έχει ζυμωθεί
να είναι ζυμωμένος, -η, -ο
να έχουν ζυμωθεί
να είναι ζυμωμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres ζύμωνε ζυμώνετε ζυμώνεστε
Aorist ζύμωσε ζυμώστε, ζυμώσετε ζυμώσου ζυμωθείτε
Part
iciple
Pres ζυμώνοντας
Perf έχοντας ζυμώσει, έχοντας ζυμωμένο ζυμωμένος, -η, -ο ζυμωμένοι, -ες, -α
Infin Aorist ζυμώσει ζυμωθεί