[Prev Next] Index Home Type [Model Prev Next] [Model Prev Next]
ΖΑΛΙΖΟ
I make dizzy
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ζαλίζω ζαλίζουμε, ζαλίζομε ζαλίζομαι ζαλιζόμαστε
ζαλίζεις ζαλίζετε ζαλίζεσαι ζαλίζεστε, ζαλιζόσαστε
ζαλίζει ζαλίζουν(ε) ζαλίζεται ζαλίζονται
Imper
fect
ζάλιζα ζαλίζαμε ζαλιζόμουν(α) ζαλιζόμαστε, ζαλιζόμασταν
ζάλιζες ζαλίζατε ζαλιζόσουν(α) ζαλιζόσαστε, ζαλιζόσασταν
ζάλιζε ζάλιζαν, ζαλίζαν(ε) ζαλιζόταν(ε) ζαλίζονταν, ζαλιζόντανε, ζαλιζόντουσαν
Aorist ζάλισα ζαλίσαμε ζαλίστηκα ζαλιστήκαμε
ζάλισες ζαλίσατε ζαλίστηκες ζαλιστήκατε
ζάλισε ζάλισαν, ζαλίσαν(ε) ζαλίστηκε ζαλίστηκαν, ζαλιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ζαλίσει
έχω ζαλισμένο
έχουμε ζαλίσει
έχουμε ζαλισμένο
έχω ζαλιστεί
είμαι ζαλισμένος, -η
έχουμε ζαλιστεί
είμαστε ζαλισμένοι, -ες
έχεις ζαλίσει
έχεις ζαλισμένο
έχετε ζαλίσει
έχετε ζαλισμένο
έχεις ζαλιστεί
είσαι ζαλισμένος, -η
έχετε ζαλιστεί
είστε ζαλισμένοι, -ες
έχει ζαλίσει
έχει ζαλισμένο
έχουν ζαλίσει
έχουν ζαλισμένο
έχει ζαλιστεί
είναι ζαλισμένος, -η, -ο
έχουν ζαλιστεί
είναι ζαλισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ζαλίσει
είχα ζαλισμένο
είχαμε ζαλίσει
είχαμε ζαλισμένο
είχα ζαλιστεί
ήμουν ζαλισμένος, -η
είχαμε ζαλιστεί
ήμαστε ζαλισμένοι, -ες
είχες ζαλίσει
είχες ζαλισμένο
είχατε ζαλίσει
είχατε ζαλισμένο
είχες ζαλιστεί
ήσουν ζαλισμένος, -η
είχατε ζαλιστεί
ήσαστε ζαλισμένοι, -ες
είχε ζαλίσει
είχε ζαλισμένο
είχαν ζαλίσει
είχαν ζαλισμένο
είχε ζαλιστεί
ήταν ζαλισμένος, -η, -ο
είχαν ζαλιστεί
ήταν ζαλισμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα ζαλίζω θα ζαλίζουμε, θα ζαλίζομε θα ζαλίζομαι θα ζαλιζόμαστε
θα ζαλίζεις θα ζαλίζετε θα ζαλίζεσαι θα ζαλίζεστε, θα ζαλιζόσαστε
θα ζαλίζει θα ζαλίζουν(ε) θα ζαλίζεται θα ζαλίζονται
Simp
Fut
θα ζαλίσω θα ζαλίσουμε, θα ζαλίζομε θα ζαλιστώ θα ζαλιστούμε
θα ζαλίσεις θα ζαλίσετε θα ζαλιστείς θα ζαλιστείτε
θα ζαλίσει θα ζαλίσουν(ε) θα ζαλιστεί θα ζαλιστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ζαλίσει
θα έχω ζαλισμένο
θα έχουμε ζαλίσει
θα έχουμε ζαλισμένο
θα έχω ζαλιστεί
θα είμαι ζαλισμένος, -η
θα έχουμε ζαλιστεί
θα είμαστε ζαλισμένοι, -ες
θα έχεις ζαλίσει
θα έχεις ζαλισμένο
θα έχετε ζαλίσει
θα έχετε ζαλισμένο
θα έχεις ζαλιστεί
θα είσαι ζαλισμένος, -η
θα έχετε ζαλιστεί
θα είστε ζαλισμένοι, -ες
θα έχει ζαλίσει
θα έχει ζαλισμένο
θα έχουν ζαλίσει
θα έχουν ζαλισμένο
θα έχει ζαλιστεί
θα είναι ζαλισμένος, -η, -ο
θα έχουν ζαλιστεί
θα είναι ζαλισμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ζαλίζω να ζαλίζουμε, να ζαλίζομε να ζαλίζομαι να ζαλιζόμαστε
να ζαλίζεις να ζαλίζετε να ζαλίζεσαι να ζαλίζεστε, να ζαλιζόσαστε
να ζαλίζει να ζαλίζουν(ε) να ζαλίζεται να ζαλίζονται
Aorist να ζαλίσω να ζαλίσουμε, να ζαλίσομε να ζαλιστώ να ζαλιστούμε
να ζαλίσεις να ζαλίσετε να ζαλιστείς να ζαλιστείτε
να ζαλίσει να ζαλίσουν(ε) να ζαλιστεί να ζαλιστούν(ε)
Perf να έχω ζαλίσει
να έχω ζαλισμένο
να έχουμε ζαλίσει
να έχουμε ζαλισμένο
να έχω ζαλιστεί
να είμαι ζαλισμένος, -η
να έχουμε ζαλιστεί
να είμαστε ζαλισμένοι, -ες
να έχεις ζαλίσει
να έχεις ζαλισμένο
να έχετε ζαλίσει
να έχετε ζαλισμένο
να έχεις ζαλιστεί
να είσαι ζαλισμένος, -η
να έχετε ζαλιστεί
να είστε ζαλισμένοι, -ες
να έχει ζαλίσει
να έχει ζαλισμένο
να έχουν ζαλίσει
να έχουν ζαλισμένο
να έχει ζαλιστεί
να είναι ζαλισμένος, -η, -ο
να έχουν ζαλιστεί
να είναι ζαλισμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres ζάλιζε ζαλίζετε ζαλίζεστε
Aorist ζάλισε ζαλίστε ζαλίσου ζαλιστείτε
Part
iciple
Pres ζαλίζοντας ζαλιζόμενος
Perf έχοντας ζαλίσει, έχοντας ζαλισμένο ζαλισμένος, -η, -ο ζαλισμένοι, -ες, -α
Infin Aorist ζαλίσει ζαλιστεί