ΣΤΑΜΑΤΩ
I stop
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
σταματάω, σταματώ σταματάμε, σταματούμε
σταματάς σταματάτε
σταματάει, σταματά σταματάν(ε), σταματούν(ε)
Imper
fect
σταματούσα, σταμάταγα σταματούσαμε, σταματάγαμε
σταματούσες, σταμάταγες σταματούσατε, σταματάγατε
σταματούσε, σταμάταγε σταματούσαν(ε), σταμάταγαν, σταματάγανε
Aorist σταμάτησα σταματήσαμε
σταμάτησες σταματήσατε
σταμάτησε σταμάτησαν, σταματήσαν(ε)
Perf
ect
έχω σταματήσει
έχω σταματημένο
έχουμε σταματήσει
έχουμε σταματημένο
έχεις σταματήσει
έχεις σταματημένο
έχετε σταματήσει
έχετε σταματημένο
έχει σταματήσει
έχει σταματημένο
έχουν σταματήσει
έχουν σταματημένο
Plu
perf
ect
είχα σταματήσει
είχα σταματημένο
είχαμε σταματήσει
είχαμε σταματημένο
είχες σταματήσει
είχες σταματημένο
είχατε σταματήσει
είχατε σταματημένο
είχε σταματήσει
είχε σταματημένο
είχαν σταματήσει
είχαν σταματημένο
Fut
ure
Cont
inuous
θα σταματάω, θα σταματώ θα σταματάμε, θα σταματούμε
θα σταματάς θα σταματάτε
θα σταματάει, θα σταματά θα σταματάν(ε), θα σταματούν(ε)
Simp
Fut
θα σταματήσω θα σταματήσουμε, θα σταματήσομε
θα σταματήσεις θα σταματήσετε
θα σταματήσει θα σταματήσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω σταματήσει
θα έχω σταματημένο
θα έχουμε σταματήσει
θα έχουμε σταματημένο
θα έχεις σταματήσει
θα έχεις σταματημένο
θα έχετε σταματήσει
θα έχετε σταματημένο
θα έχει σταματήσει
θα έχει σταματημένο
θα έχουν σταματήσει
θα έχουν σταματημένο
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να σταματάω, να σταματώ να σταματάμε, να σταματούμε
να σταματάς να σταματάτε
να σταματάει, να σταματά να σταματάν(ε), να σταματούν(ε)
Aorist να σταματήσω να σταματήσουμε, να σταματήσομε
να σταματήσεις να σταματήσετε
να σταματήσει να σταματήσουν(ε)
Perf να έχω σταματήσει
να έχω σταματημένο
να έχουμε σταματήσει
να έχουμε σταματημένο
να έχεις σταματήσει
να έχεις σταματημένο
να έχετε σταματήσει
να έχετε σταματημένο
να έχει σταματήσει
να έχει σταματημένο
να έχουν σταματήσει
να έχουν σταματημένο
Imper
ative
Pres σταμάτα, σταμάταγε σταματάτε
Aorist σταμάτησε, σταμάτα σταματήστε
Part
iciple
Pres σταματώντας
Perf έχοντας σταματήσει, έχοντας σταματημένο
Infin Aorist σταματήσει