Prostheto

Prostheto

ΠΡΟΣΘΕΤΩ
I add
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
προσθέτω προσθέτουμε, προσθέτομε προστίθεμαι προστιθέμεθα
προσθέτεις προσθέτετε προστίθεσαι προστίθεσθε
προσθέτει προσθέτουν(ε) προστίθεται προστίθενται
Imper
fect
πρόσθετα προσθέταμε
πρόσθετες προσθέτατε
πρόσθετε πρόσθεταν, προσθέταν(ε) προστίθετο προστίθεντο
Aorist πρόσθεσα προσθέσαμε προστέθηκα προστεθήκαμε
πρόσθεσες προσθέσατε προστέθηκες προστεθήκατε
πρόσθεσε πρόσθεσαν, προσθέσαν(ε) προστέθηκε προστέθηκαν, προστεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω προσθέσει έχουμε προσθέσει έχω προστεθεί έχουμε προστεθεί
έχεις προσθέσει έχετε προσθέσει έχεις προστεθεί έχετε προστεθεί
έχει προσθέσει έχουν προσθέσει έχει προστεθεί έχουν προστεθεί
Plu
per
fect
είχα προσθέσει είχαμε προσθέσει είχα προστεθεί είχαμε προστεθεί
είχες προσθέσει είχατε προσθέσει είχες προστεθεί είχατε προστεθεί
είχε προσθέσει είχαν προσθέσει είχε προστεθεί είχαν προστεθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα προσθέτω θα προσθέτουμε, θα προσθέτομε θα προστίθεμαι θα προστιθέμεθα
θα προσθέτεις θα προσθέτετε θα προστίθεσαι θα προστίθεσθε
θα προσθέτει θα προσθέτουν(ε) θα προστίθεται θα προστίθενται
Simp
Fut
θα προσθέσω θα προσθέσουμε, θα προσθέσομε θα προστεθώ θα προστεθούμε
θα προσθέσεις θα προσθέσετε θα προστεθείς θα προστεθείτε
θα προσθέσει θα προσθέσουν(ε) θα προστεθεί θα προστεθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω προσθέσει θα έχουμε προσθέσει θα έχω προστεθεί θα έχουμε προστεθεί
θα έχεις προσθέσει θα έχετε προσθέσει θα έχεις προστεθεί θα έχετε προστεθεί
θα έχει προσθέσει θα έχουν προσθέσει θα έχει προστεθεί θα έχουν προστεθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να προσθέτω να προσθέτουμε, να προσθέτομε να προστίθεμαι να προστιθέμεθα
να προσθέτεις να προσθέτετε να προστίθεσαι να προστίθεσθε
να προσθέτει να προσθέτουν(ε) να προστίθεται να προστίθενται
Aorist να προσθέσω να προσθέσουμε, να προσθέσομε να προστεθώ να προστεθούμε
να προσθέσεις να προσθέσετε να προστεθείς να προστεθείτε
να προσθέσει να προσθέσουν(ε) να προστεθεί να προστεθούν(ε)
Perf να έχω προσθέσει να έχουμε προσθέσει να έχω προστεθεί να έχουμε προστεθεί
να έχεις προσθέσει να έχετε προσθέσει να έχεις προστεθεί να έχετε προστεθεί
να έχει προσθέσει να έχουν προσθέσει να έχει προστεθεί να έχουν προστεθεί
Imper
ative
Pres πρόσθετε προσθέτετε προστίθεσθε
Aorist πρόσθεσε προσθέσετε, προσθέστε προσθέσου προστεθείτε
Part
iciple
Pres προσθέτοντας
Perf έχοντας προσθέσει
Infin Aorist προσθέσει προστεθεί


2017-03-22T01:56:36+00:00