Moiazo

Moiazo

ΜΟΙΑΖΩ
I resemble
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
μοιάζω μοιάζουμε, μοιάζομε
μοιάζεις μοιάζετε
μοιάζει μοιάζουν(ε)
Imper
fect
έμοιαζα μοιάζαμε
έμοιαζες μοιάζατε
έμοιαζε έμοιαζαν, μοιάζαν(ε)
Aorist έμοιασα μοιάσαμε
έμοιασες μοιάσατε
έμοιασε έμοιασαν, μοιάσαν(ε)
Per
fect
έχω μοιάσει έχουμε μοιάσει
έχεις μοιάσει έχετε μοιάσει
έχει μοιάσει έχουν μοιάσει
Plu
per
fect
είχα μοιάσει είχαμε μοιάσει
είχες μοιάσει είχατε μοιάσει
είχε μοιάσει είχαν μοιάσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα μοιάζω θα μοιάζουμε, θα μοιάζομε
θα μοιάζεις θα μοιάζετε
θα μοιάζει θα μοιάζουν(ε)
Simp
Fut
θα μοιάσω θα μοιάσουμε, θα μοιάζομε
θα μοιάσεις θα μοιάσετε
θα μοιάσει θα μοιάσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω μοιάσει θα έχουμε μοιάσει
θα έχεις μοιάσει θα έχετε μοιάσει
θα έχει μοιάσει θα έχουν μοιάσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να μοιάζω να μοιάζουμε, να μοιάζομε
να μοιάζεις να μοιάζετε
να μοιάζει να μοιάζουν(ε)
Aorist να μοιάσω να μοιάσουμε, να μοιάσομε
να μοιάσεις να μοιάσετε
να μοιάσει να μοιάσουν(ε)
Perf να έχω μοιάσει να έχουμε μοιάσει
να έχεις μοιάσει να έχετε μοιάσει
να έχει μοιάσει να έχουν μοιάσει
Imper
ative
Pres μοίαζε μοιάζετε
Aorist μοίασε μοιάστε
Part
iciple
Pres μοιάζοντας
Perf έχοντας μοιάσει
Infin Aorist μοιάσει


2017-03-22T01:56:03+00:00