[Prev Next] Index Home Type [Model Prev Next] [Model Prev Next] [Model Prev Next]
ΙΚΕΤΕΥΩ
I beg
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ικετεύω ικετεύουμε, ικετεύομε
ικετεύεις ικετεύετε
ικετεύει ικετεύουν(ε)
Imper
fect
ικέτευα ικετεύαμε
ικέτευες ικετεύατε
ικέτευε ικέτευαν, ικετεύαν(ε)
Aorist ικέτεψα, ικέτευσα ικετέψαμε, ικετεύσαμε
ικέτεψες, ικέτευσες ικετέψατε, ικετεύσατε
ικέτεψε, ικέτευσε ικέτεψαν, ικετέψαν(ε)
ικέτευσαν, ικετεύσαν(ε)
Per
fect
έχω ικετέψει
έχω ικετεύσει
έχουμε ικετέψει
έχουμε ικετεύσει
έχεις ικετέψει
έχεις ικετεύσει
έχετε ικετέψει
έχετε ικετεύσει
έχει ικετέψει
έχει ικετεύσει
έχουν ικετέψει
έχουν ικετεύσει
Plu
per
fect
είχα ικετέψει
είχα ικετεύσει
είχαμε ικετέψει
είχαμε ικετεύσει
είχες ικετέψει
είχες ικετεύσει
είχατε ικετέψει
είχατε ικετεύσει
είχε ικετέψει
είχε ικετεύσει
είχαν ικετέψει
είχαν ικετεύσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα ικετεύω θα ικετεύουμε, θα ικετεύομε
θα ικετεύεις θα ικετεύετε
θα ικετεύει θα ικετεύουν(ε)
Simp
Fut
θα ικετέψω, θα ικετεύσω θα ικετέψουμε, θα ικετέψομε
θα ικετεύσουμε, θα ικετεύσομε
θα ικετέψεις, θα ικετεύσεις θα ικετέψετε, θα ικετεύσετε
θα ικετέψει, θα ικετεύσει θα ικετέψουν(ε), θα ικετεύσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ικετέψει
θα έχω ικετεύσει
θα έχουμε ικετέψει
θα έχουμε ικετεύσει
θα έχεις ικετέψει
θα έχεις ικετεύσει
θα έχετε ικετέψει
θα έχετε ικετεύσει
θα έχει ικετέψει
θα έχει ικετεύσει
θα έχουν ικετέψει
θα έχουν ικετεύσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ικετεύω να ικετεύουμε, να ικετεύομε
να ικετεύεις να ικετεύετε
να ικετεύει να ικετεύουν(ε)
Aorist να ικετέψω, να ικετεύσω να ικετέψουμε, να ικετέψομε
να ικετεύσουμε, να ικετεύσομε
να ικετέψεις, να ικετεύσεις να ικετέψετε, να ικετεύσετε
να ικετέψει, να ικετεύσει να ικετέψουν(ε), να ικετεύσουν(ε)
Perf να έχω ικετέψει
να έχω ικετεύσει
να έχουμε ικετέψει
να έχουμε ικετεύσει
να έχεις ικετέψει
να έχεις ικετεύσει
να έχετε ικετέψει
να έχετε ικετεύσει
να έχει ικετέψει
να έχει ικετεύσει
να έχουν ικετέψει
να έχουν ικετεύσει
Imper
ative
Pres ικέτευε ικετεύετε
Aorist ικέτεψε, ικέτευσε ικετέψτε, ικετέψετε
ικετεύστε, ικετεύσετε
Part
iciple
Pres ικετεύοντας
Perf έχοντας ικετέψει, έχοντας ικετεύσει
Infin Aorist ικετέψει, ικετεύσει