Gurnao

Gurnao

ΓΥΡΝΑΩ
I turn
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
γυρνάω, γυρνώ, γυρίζω γυρνάμε, γυρνούμε
γυρνάς γυρνάτε
γυρνάει, γυρνά γυρνάν(ε), γυρνούν(ε)
Imper
fect
γυρνούσα, γύρναγα γυρνούσαμε, γυρνάγαμε
γυρνούσες, γύρναγες γυρνούσατε, γυρνάγατε
γυρνούσε, γύρναγε γυρνούσαν(ε), γύρναγαν, γυρνάγανε
Aorist γύρισα γυρίσαμε
γύρισες γυρίσατε
γύρισε γύρισαν, γυρίσαν(ε)
Per
fect
έχω γυρίσει
έχω γυρισμένο
έχουμε γυρίσει
έχουμε γυρισμένο
έχεις γυρίσει
έχεις γυρισμένο
έχετε γυρίσει
έχετε γυρισμένο
έχει γυρίσει
έχει γυρισμένο
έχουν γυρίσει
έχουν γυρισμένο
Plu
per
fect
είχα γυρίσει
είχα γυρισμένο
είχαμε γυρίσει
είχαμε γυρισμένο
είχες γυρίσει
είχες γυρισμένο
είχατε γυρίσει
είχατε γυρισμένο
είχε γυρίσει
είχε γυρισμένο
είχαν γυρίσει
είχαν γυρισμένο
Fut
ure
Cont
inuous
θα γυρνάω, θα γυρνώ θα γυρνάμε, θα γυρνούμε
θα γυρνάς θα γυρνάτε
θα γυρνάει, θα γυρνά θα γυρνάν(ε), θα γυρνούν(ε)
Simp
Fut
θα γυρίσω θα γυρίσουμε, θα γυρίζομε
θα γυρίσεις θα γυρίσετε
θα γυρίσει θα γυρίσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω γυρίσει
θα έχω γυρισμένο
θα έχουμε γυρίσει
θα έχουμε γυρισμένο
θα έχεις γυρίσει
θα έχεις γυρισμένο
θα έχετε γυρίσει
θα έχετε γυρισμένο
θα έχει γυρίσει
θα έχει γυρισμένο
θα έχουν γυρίσει
θα έχουν γυρισμένο
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να γυρνάω, να γυρνώ να γυρνάμε, να γυρνούμε
να γυρνάς να γυρνάτε
να γυρνάει, να γυρνά να γυρνάν(ε), να γυρνούν(ε)
Aorist να γυρίσω να γυρίσουμε, να γυρίσομε
να γυρίσεις να γυρίσετε
να γυρίσει να γυρίσουν(ε)
Perf να έχω γυρίσει
να έχω γυρισμένο
να έχουμε γυρίσει
να έχουμε γυρισμένο
να έχεις γυρίσει
να έχεις γυρισμένο
να έχετε γυρίσει
να έχετε γυρισμένο
να έχει γυρίσει
να έχει γυρισμένο
να έχουν γυρίσει
να έχουν γυρισμένο
Imper
ative
Pres γύρνα, γύρναγε γυρνάτε
Aorist γύρισε, γύρνα γυρίστε
Part
iciple
Pres γυρνώντας
Perf έχοντας γυρίσει, έχοντας γυρισμένο
Infin Aorist γυρίσει


2017-03-22T01:55:20+00:00